Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημήτρης Νικηφόρου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημήτρης Νικηφόρου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2022

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, Λάτρευε τα κυκλάμινα

 

 Λάτρευε τα κυκλάμινα...

Τα κυκλάμινα                                                                   
ανθοφορούν στην σκιά και στην αιδημοσύνη.
Κρύβονται στα φυλλώματα σκυφτά                                           
λες και πενθούν συνεχώς                                                                  
τη ζωή τους, τους άλλους,                                                                 
τα ασταθή ισότοπα της χαράς.                                                        
Το άρωμά τους χάνεται προτού ζαλίσει                                        
αλλάζουν χρώματα                                                                  
στο πρίσμα των συναισθημάτων                                                
του ευμετάβλητου χαρακτήρα τους                                  
κάθονται στις αυλές παλιών μονοκατοικιών                            
στα στενά μπαλκόνια της αντιπαροχής                                  
 σε πήλινες γλάστρες ή τενεκέδες λαδιού                       
 κομμένους στη μέση.                                                                  
 Όσο κι αν τα φροντίσουν                                                               
τα νοιαστούν                                                                                           
τα χαϊδέψουν                                                                                     
δεν το παίρνουνε πάνω τους                                                       
ούτε κορδώνονται ποτέ•                                                                           
μένουν γερτά σαν ψέματα                                                           
σαν να ντρέπονται που τ’ αγαπάνε τόσο.                                      
Σε συνθλίβει τόση ταπεινότητα.                                               
Εσύ τουλάχιστον                                                                    
σήκωνες το κεφάλι                                                                         
μου’ ριχνες το ψέμα σου                                            
κοιτώντας με στα μάτια                                                                   
και λάτρευες και τα κυκλάμινα._



συλλογή: ''οι νύχτες των ρηχών ερώτων’’ - 1982



πίνακας: Lucian Freud Cyclamen


 

                                                                            από τη σελίδα του στο φβ

                                                                                                     προγραμματισμένο

 

© Assimina

Κυριακή 21 Ιουνίου 2015

Πεζό Ελεγείο Ανάδρομο του Δημήτρη Νικηφόρου



Τη μέρα που έφυγες
οι ουλές στο αξύριστο πρόσωπό μου
κρύφτηκαν στις γωνίες σαν κλέφτες.
Θα γυρίσω σπίτι αφού σ’ έχουν σηκώσει.
Δεν θα σε δω ποτέ πεθαμένο,
στην ταφή θα ξεκόψω απ’ την σωρό,
δάκρυ δεν έχω σταλιά ούτε σιμώνω στο μνήμα
πριν το σαρανταλείτουργο και ποτέ ξανά.

Αυτό το μέλλον έχει συμβεί
απ΄όταν σ’ έκλεισε η αρρώστια μέσα της,
μα θυμάμαι παιδάκι ακόμα να σε σέρνω
στις μεσημβρινές προβολές των κινηματογράφων,
η μάνα με φέρνει γραφείο σου
και σου βγάζει την ψυχή το γινάτι μου ωσότου,
υπό την μάστιγα του τυράννου σου, βαδίσεις
στον Γολγοθά ντάλα μεσημέρι,
ως τις οθόνες του μαρτυρίου σου
όπου κυράδες του παλιού καιρού
δένουν τα μυρωδάτα μαντήλια τους
στα κοντάρια των ιπποτών.
Κι εγώ, μια σπιθαμή θρασίμι,
χαλνώ τη θαλπωρή σου με θορυβώδη ερωτήματα,
φουντώνουν από δίπλα τα μουρμουρητά,
οι υποδείξεις για σκασμό,
με μαλώνεις καμαρώνοντας κρυφά τη βουερή μου δίψα
καθώς ο έρωτας, το δίκιο κι η αλήθεια παρήλαυναν
από το σελιλόιντ στο πανί στο άρμα του θριάμβου —
ή μήπως πίσω σέρνονταν με γιούχες;
(ήμουν παιδί και δεν καλοθυμάμαι),
μα όπως νάχει
οι ρόλοι ήσαν ξεκάθαροι, η έκβαση αυτονόητη,
ο ήρωας δεν πέθαινε ποτέ.
Ύστερα λουκουμάδες αχνιστοί στο «Ρωσικόν»,
οι απορίες μου μυγάκια που κολλούν στο μέλι,
γλυκός μπελάς σου είχα γίνει γέρο.
Όλο και πιο συχνά σε τυραγνάει ο κωλόβηχας,
ο πόνος σε χτυπάει κάτω,
ακούω δυνατά πατήματα να σε τραβούν γι’ αλλού
και μισώ μες στη κουλούρα του φιδιού τ’ αθέατο.
Αχ, πόσο τρέμει η αγουράδα τη φθορά...
Κάτω απ' τον πλάστη ζυμώνεται σκληραίνει
κι αντιστέκεται στο αναπόφευκτο γιατί
κάλιο στον κλώνο άγουρος παρά στο χώμα γινωμένος,
παρά στόματα άπληστα να δρέπουν τους χυμούς σου.
Κάποιων η φτιάξη είναι να μένουν πάντα γιοί.
Παλιά, πριν με γεννήσεις,
ήσουν χλωρός κι η φλούδα σου αψιά σμυρίδα.
Τα χάδια σου αφήνανε σημάδια,
δεν είχες πάρει του χαλκού τη χρυσοπόρφυρη γυαλάδα,
χέρι δεν σηκωνότανε για να σε κόψει.
Μα σμίγουν κάποτε περίτεχνα τα χρώματα
στη σήψη και το σφρίγος όσο να μας γελάσουν.
Δεν σου συχώρεσα την ήττα.
Πεισματικά τα δόντια μου έχωσα στο Τέλος,
το τράβηξα απ’ το νου και το' θαψα
στην αποθήκη με τις τις σκάρτες μπομπίνες ταινιών.
Αθόρυβα. Όπως πέφτει το φτερό του γλάρου στη θάλασσα.
Το ίδιο βράδυ του θανάτου έμασα λίγα ρούχα
κι έμεινα σε μια αγαπητικιά για κάμποσο καιρό.
Ψόγοι πολλοί με ξεπροβόδισαν : «Να παρατήσει
τέτοιες ώρες το παλιόπαιδο το σπίτι του - Ντροπή!»
Εγώ όμως ήξερα και δε χαμπάριαζα.
Με τον φαλλό μου τρύπαγα τα χάη
γυρεύοντας τη μήτρα του θανάτου.
Χωνόμουν μέσα της με αλυχτίσματα θεριού.
Σκιαζόταν κι ο θεός ο χάρος.
Τρία μερόνυχτα διαγούμιζα τ' αμπέλια του
μα άγγελος δεν έστερξε κανείς κι η πέτρα
από τον τάφο δεν κουνήθηκε σταλιά._
δημήτρης νικηφόρου

(στον Πάνο - 1985)


Σάββατο 21 Μαρτίου 2015

Πεζό Ελεγείο Ανάδρομο, Δημήτρης Νικηφόρου


Πεζό Ελεγείο Ανάδρομο

Τη μέρα που έφυγες
οι ουλές στο αξύριστο πρόσωπό μου
κρύφτηκαν στις γωνίες σαν κλέφτες.
Θα γυρίσω σπίτι αφού σ’ έχουν σηκώσει.
Δεν θα σε δω ποτέ πεθαμένο,
στην ταφή θα ξεκόψω απ’ την σωρό,
δάκρυ δεν έχω σταλιά ούτε σιμώνω στο μνήμα
πριν το σαρανταλείτουργο και ποτέ ξανά.
Αυτό το μέλλον έχει συμβεί
απ΄όταν σ’ έκλεισε η αρρώστια μέσα της,
μα θυμάμαι παιδάκι ακόμα να σε σέρνω
στις μεσημβρινές προβολές των κινηματογράφων,
η μάνα με φέρνει γραφείο σου
και σου βγάζει την ψυχή το γινάτι μου ωσότου,
υπό την μάστιγα του τυράννου σου, βαδίσεις
στον Γολγοθά ντάλα μεσημέρι,
ως τις οθόνες του μαρτυρίου σου
όπου κυράδες του παλιού καιρού
δένουν τα μυρωδάτα μαντήλια τους
στα κοντάρια των ιπποτών.
Κι εγώ, μια σπιθαμή θρασίμι,
χαλνώ τη θαλπωρή σου με θορυβώδη ερωτήματα,
φουντώνουν από δίπλα τα μουρμουρητά,
οι υποδείξεις για σκασμό,
με μαλώνεις καμαρώνοντας κρυφά τη βουερή μου δίψα
καθώς ο έρωτας, το δίκιο κι η αλήθεια παρήλαυναν
από το σελιλόιντ στο πανί στο άρμα του θριάμβου —
ή μήπως πίσω σέρνονταν με γιούχες;
(ήμουν παιδί και δεν καλοθυμάμαι),
μα όπως νάχει
οι ρόλοι ήσαν ξεκάθαροι, η έκβαση αυτονόητη,
ο ήρωας δεν πέθαινε ποτέ.
Ύστερα λουκουμάδες αχνιστοί στο «Ρωσικόν»,
οι απορίες μου μυγάκια που κολλούν στο μέλι,
γλυκός μπελάς σου είχα γίνει γέρο.
Όλο και πιο συχνά σε τυραγνάει ο κωλόβηχας,
ο πόνος σε χτυπάει κάτω,
ακούω δυνατά πατήματα να σε τραβούν γι’ αλλού
και μισώ μες στη κουλούρα του φιδιού τ’ αθέατο.
Αχ, πόσο τρέμει η αγουράδα τη φθορά...
Κάτω απ' τον πλάστη ζυμώνεται σκληραίνει
κι αντιστέκεται στο αναπόφευκτο γιατί
κάλιο στον κλώνο άγουρος παρά στο χώμα γινωμένος,
παρά στόματα άπληστα να δρέπουν τους χυμούς σου.
Κάποιων η φτιάξη είναι να μένουν πάντα γιοί.
Παλιά, πριν με γεννήσεις,
ήσουν χλωρός κι η φλούδα σου αψιά σμυρίδα.
Τα χάδια σου αφήνανε σημάδια,
δεν είχες πάρει του χαλκού τη χρυσοπόρφυρη γυαλάδα,
χέρι δεν σηκωνότανε για να σε κόψει.
Μα σμίγουν κάποτε περίτεχνα τα χρώματα
στη σήψη και το σφρίγος όσο να μας γελάσουν.
Δεν σου συχώρεσα την ήττα.
Πεισματικά τα δόντια μου έχωσα στο Τέλος,
το τράβηξα απ’ το νου και το' θαψα
στην αποθήκη με τις τις σκάρτες μπομπίνες ταινιών.
Αθόρυβα. Όπως πέφτει το φτερό του γλάρου στη θάλασσα.
Το ίδιο βράδυ του θανάτου έμασα λίγα ρούχα
κι έμεινα σε μια αγαπητικιά για κάμποσο καιρό.
Ψόγοι πολλοί με ξεπροβόδισαν : «Να παρατήσει
τέτοιες ώρες το παλιόπαιδο το σπίτι του - Ντροπή!»
Εγώ όμως ήξερα και δε χαμπάριαζα.
Με τον φαλλό μου τρύπαγα τα χάη
γυρεύοντας τη μήτρα του θανάτου.
Χωνόμουν μέσα της με αλυχτίσματα θεριού.
Σκιαζόταν κι ο θεός ο χάρος.
Τρία μερόνυχτα διαγούμιζα τ' αμπέλια του
μα άγγελος δεν έστερξε κανείς κι η πέτρα
από τον τάφο δεν κουνήθηκε σταλιά._


δημήτρης νικηφόρου
(στον Πάνο - 1985)




© Assimina

Επιτύμβιο, Δημήτρης Νικηφόρου


Επιτύμβιο
Εδώ αναπαύεται η Ελένη
Νικηφόρου - Ηρειώτου.
Γυναίκα άδοξη και μήτηρ
Υιού λαμπρού και ασώτου.
Όχι του Βυζαντίου η ψευτοαγία.
Μήτε της Τροίας η κλεμμένη.
Ψυχή μειλίχια μαυροντυμένη
της αλητείας μου η Παναγία.
Τώρα κοιμήθηκες Ελένη.
Στο φωτεινό το φόρεμα που
Αγάπαγες ντυμένη.
Κανείς για σένα ευλογημένη
Δεν πολέμησε. Γιερουσαλήμ
και τίμιο Σταυρό δεν βρήκες
Μ' αλλονών φορτώθηκες το κρίμα
Στους ώμους σου κι απέ στο μνήμα.
Με άντρα και γονιού τα επώνυμα
Στο μάρμαρο αντάμα..
Ελένη! Ξεθωριασμένο όνομα
Που χρόνια είχε γίνει μόνο μάνα.


Αύγουστος 1998
( in memoriam )
Δημήτρης Νικηφόρου



© Assimina

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2015

Άμλετ του Βισότσκι


Δημήτρης Νικηφόρου στον Φαρφουλά

Άμλετ του Βισότσκι
----

Ο Άμλετ μου

Δυο λόγια μόνο θα ιστορήσω εδώ με στίχους, •
Τι το ελεύθερο δεν έχω σε όλα ν' ανοιχτώ.
Στη μήτρα πιάστηκα μες σε κατάρας ήχους
Της γαμήλιας νύχτας. Στης αγωνίας τον ιδρώ.
Έβλεπα πως όσο πιο ψηλώνουμε απ' τη γης
Τόσο πιο άκαρδοι γινόμαστε στα πάνου.
Αγέρωχα προχώρησα για να στεφτώ ευθύς
Και να ασκήσω του αίματος τα δικαιώματά μου.
Πίστευα όλα θα γενούν κατά πως είχαν οριστεί.
Μάχη δεν έχασα καμιά και ίσα τα μερίδια δοσμένα.
Οι σύντροφοι απ' το σχολειό και στο σπαθί πιστοί,
Όπως οι πατεράδες τους υπάκουαν στο στέμμα.
Τα λόγια μου δε μέτραγα μες στην ανεμελιά.
Φιλίες κι' εύνοιες χάριζα δω κείθε ολημερίς,
Των ευγενών οι γόνοι με μπιστεύονταν τυφλά,
Την πρωτοκαθεδρία μου δεν πρόσβαλε κανείς.
Σκιάζαμε τους φρουρούς τα βράδια με χουνέρια,
Μαζί μας, σαν απ' οστρακιά, ο χρόνος αρρωστούσε.
Έγειρα σε τομάρια, κοψίδια δάγκωσα από μαχαίρια,
Δάμασα άτια ατίθασα άλλος που δε κοντούσε.
Αργά ή γρήγορα θα μου ανήκε η εξουσία.
Μ' αλί στο μέτωπο με σφράγισε η μοίρα.
Στα χρυσοσκάλιστα σαμάρια η προδοσία,
Κι' όλα που μου αράδιαζαν ήτανε φύρα.
Στα χείλια χάραζα ένα χαμόγελο βαθιά ουλή,
Που πίσω πύρωνε το βλέμμα πα στ' αμόνι.
Τέχνη που μου' μαθε ο παλιάτσος στην αυλή.
Αμήν! Φτωχέ μου Γιόρικ! Καιρό είσαι σκόνη.
Σε ονόρες και απολαβές το μερτικό αρνιόμουν,
Σε λάφυρα, προνόμια, σε δόξες και οφίκια.
Μ' έπιασε ξάφνου ο καημός για ό,τι δε νοιαζόμουν
Κι' έγινα άβουλο αρνί που σεργιανά στα ρείκια.
Έσβησε ο ζήλος μου για το κυνήγι - τάχα δειλία;
Τα κυνηγόσκυλα και τα γεράκια αντιπαθούσα.
Τ' άλογο κράταγα μακριά από λαβωμένη λεία
Μα κλέφτες, σπιούνους και τραμπούκους τιμωρούσα.
Θωρούσα τα καζάντια μας μέρα τη μέρα,
Όλο και πλιό να γίνουνται ντροπή και σιχαμός.
Μες στα ποτάμια τη βρωμιά ξέπλενα και τη λέρα,
Στα σκότια τα αφέγγαρα της νύχτας σαν τρελός.
Ένιωθα - όσο μου το νου μαράζωνε η πλήξη -
Πως απ' του σπιτικού μου ξέκοβα τα πράματα.
Με τους ανθρώπους γύρω μου είχα ξεσμίξει,
Και στα βιβλία κρύφτηκα πίσω απ' τα γράμματα.
Άπληστο για γνώση το μυαλό, αράχνης μοιάζει,
Π' όλα τ' αδράχνει : Ακινησιά και κίνηση.
Μ' άραγες ωφελεί η εξυπνάδα όπου λιμνάζει;
Μη και σε όλα δε λοχεύει η αντίφαση;
Δεσμούς με φίλους έκοψα κι αποτραβήχτηκα.
Της Αριάδνης η κλωστή μια κασκαρίκα,
«Να ζει κανείς ή να μη ζει» αναρωτήθηκα,
Όμως απάντηση στο δίλημμα δεν βρήκα.
Μια θάλασσα απλώνεται η θλίψη πέρα ως πέρα.
Αντιστεκόμαστε μα την ομίχλη ψηλαφούμε,
Και ψιλοκοσκινίζουμε θολό νερό κι' αγέρα,
Σαν λύση μάταια στο γρίφο αναζητούμε.
Άκουσα του γονιού μου τη φωνή που με καλούσε.
Την ακολούθησα μα δισταγμοί με τυραγνούσαν.
Βουνό οι σύχυσες που κατά πάνω με τραβούσε,
Ενώ της σάρκας τα φτερά στο χώμα με βυθούσαν.
Σε κράμα αδύναμο αργόλιωνα μες στο καμίνι,
Κι' ίσα που κρύωνε αποσκορπούσε σαν τ' αλάτι.
Σαν άλλους αίμα έχυσα κ' εγώ κι' όπως εκείνοι,
Στάθηκ' αμπόρετο στο γδικιωμό να στρέψω πλάτη.
Μια τελευταία αναλαμπή πριν τον χαμό μου!
Αχ Οφηλία! Άγουρο το κορμί θα λιώσει...
Είμαι φονιάς και δε λογάω πια τον εαυτό μου,
Καλύτερο απ' αυτόν που' χω σκοτώσει.
Εγώ είμ' ο Άμλετ, που τ' άδικο απεχθανόμουν!
Που δυάρα δεν έδινα για της Δανίας το στέμμα!
Κι' όμως με κατηγόρησαν για δόξα πως κοφτόμουν.
Του θρόνου τους αντίζηλους πως έπνιξα στο αίμα.
Ω πόσο φέρνει η έλλαμψη στη τρέλα αν θες!
Ο θάνατος στη κούνια μας λοξά κοιτάζει.
Κι' όσο εμείς γυρεύουμε λύσεις απατηλές,
Το ερώτημα αθέατο σκληρά σαρκάζει._


Δ.Ν (Φεβρουάριος 2013)


---------
"Θεωρώ τον Βλαδίμηρο Βισότσκι (Vladimir Vysotsky) ως τον
μεγαλύτερο τροβαδούρο ποιητή της Ρωσίας του 20ου αιώνα
μετά τους Μαγιακόφσκυ και Γιεσένιν. [...]" Δ.Ν.




© Assimina

Σεργκέι Γιεσένιν - Καμιά μετάνοια, δάκρυ κανένα δεν στάζω...


Σεργκέι Γιεσένιν - Καμιά μετάνοια, δάκρυ κανένα δεν στάζω...


Καμιά μετάνοια, δάκρυ κανένα δεν στάζω
Σαν αραιή αχλή απ' τις μηλιές όλα περνούν
Στο χρυσαφί του φθινοπώρου ξεθωριάζω
Τη νιότη, αλίμονο, οι πόθοι δεν βαστούν

Σαν να χτυπάς αλλιώτικα καρδιά μου τώρα
Μια ψύχρα σ' άδραξε που σέρνοταν ξοπίσω
Στρώνουν οι λεύκες το χαλί τους μα μπονώρα
Δεν με καλούν ξυπόλητος να σεργιανίσω
Πνεύμα αλήτικο! Λιγότερο ολοένα, δίχως βιάση
Συδαυλίζεις ανόρεχτα των χειλιών τη φωτιά
Ω φρεσκάδα μου, στα καμένα σου δάση
Γίναν στάχτη τα πάθη και η άγρια ματιά
Λάμα που στόμωσε πια η λαχτάρα
Ζωή μου, μη και σε όνειρο έχεις πλαγιάσει;
Μη και σε ρόδινο φαρί μες στην αντάρα
μιας χαραυγής αχνόφεγγης έχω καλπάσει;
Μας παίρνει καταπόδι η φθορά που σκόρπισε
Χάλκινα φύλλα απ' του σφενταμιού τη ράχη
Ας είναι πάντα ευλογημένο το που άνθισε
Στο χώμα πάνω μια φορά και εμαράθη._


απόδοση: Δημήτρης Νικηφόρου, 2013


-το ποίημα αυτό δεν περιέχεται στο τεύχος του Φαρφουλά
αφιέρωμα στην Αλητεία... δίνεται δώρο από μένα-

© Assimina

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2015

Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Σβήσε τα μάτια μου


Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Σβήσε τα μάτια μου

 σε απόδοση του ποιητή Δημήτρη Νικηφόρου...

Σβήσε τα μάτια μου: του Rainer Maria Rilke
Σβήσε τα μάτια μου, μπορώ να σε κοιτάζω,
τ' αυτιά μου σφράγισ' τα, να σε γροικώ μπορώ.
Χωρίς τα πόδια μου μπορώ σε σένα να 'ρθω,
και δίχως στόμα θα μπορώ να σου ορκιστώ.
Κόψε τα μπράτσα μου, εγώ θα σε αγκαλιάζω,
με την καρδιά, ίδια σφιχτά, σα να 'ταν χέρια.
Σταμάτησέ μου την καρδιά, με το μυαλό θ' αναστενάζω.
Κι αν λιώσεις το μυαλό μου στη φωτιά, τα σταχτονέρια
πάλι στο αίμα μου θε να σε φέρουν πλέρια.

(χαρισμένο κατά το συνήθειό του, στις πρώτες μας φβ επαφές Αύγουστος του '13)



© Assimina

Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2014

Edgar Allan Poe The Raven



Edgar Allan Poe The Raven (Το Κοράκι)
[First published in 1845]

Κάποτ" ένα μεσονύχτι, συλλογιόμουν μες στη θλίψη,
Πάνω από βιβλία σκυμμένος, ξεχασμένα, αλλοτινά,
Κι όπως μ" έπαιρνε ο ύπνος, ξάφνου ακούστη ένας χτύπος,
Σαν και κάποιος να χτυπούσε την εξώπορτα δειλά.
«Κάποιος ξένος», είπα, « θάναι που την πόρτα κρούει δειλά -
Μόνο αυτό, τι άλλο πια;»


Α, στα σωστά ο νους μου φέρνει, μνήμες ζοφερού Δεκέμβρη,
Μια σκιά κάτω να σέρνει κάθε φλόγα που ξεψύχαγε από ώρα.
Για να φέξει αδημονούσα μα του κάκου αποζητούσα
Στα βιβλία να ξεχνούσα - να ξεχνούσα τον καημό για τη Λενώρα -
Για τη σπάνια, αιθέρια, κόρη που οι αγγέλοι λεν Λενώρα -
Ανωνόμαστη πια τώρα.

Κάθε θρόισμα μεταξένιο, στις κουρτίνες λες κρυμμένο
Με ριγούσε - καρφωμένο σ' άγριο τρόμο που τρυπά΄
Κ'' είπα για ν" αναθαρρήσω, το καρδιόχτυπο να σβήσω,
«Επισκέπτης για ν" ανοίξω θάναι τος οπού χτυπά -
Κάποιος αργοπορεμένος που την πόρτα μου χτυπά΄-
Τούτο θάναι, τι άλλο πια;»

Να που θάρρεψε ο νους μου, κι έδιωξα τους δισταγμούς μου,
«Κύριε», είπα, «ή κυρία, συμπαθάτε με έστω αργά,
Είχα γείρει ναρκωμένος, και ο χτύπος δαντελένιος,
Δεν σας άκουσα επομένως να χτυπάτε έτσι σιγά,
Που ίσα μπόρεσα να νοιώσω.» - Κι άνοιξα την πόρτα ορθά΄-
Έξω σκότος, τι άλλο πια;

Στο σκοτάδι ψηλαφώντας, έστεκα κειδά απορώντας,
Όνειρα φριχτά θωρώντας που θνητός δεν είδε άλλη φορά.
Μα η σιγαλιά βωβούσε, ούτε και η σκοτεινι" απαντούσε,
Λέξη μια μονάχα ηχούσε μ' ένα ψίθυρο «Λενώρα!» απαλά,
Η φωνή μου μουρμουρούσε, και «Λενώρα!» αντηχούσε απαλά,
Μόνο αυτό, τίποτα πια!

Γύρισα στην κάμαρή μου και φλεγόταν η ψυχή μου,
Μα ξοπίσω δεν αργεί μου, χτύπος πιο γερός βροντά.
«Κάτι», ψέλλισα, «είναι πίσω, στου παραθυριού το γείσο,
Ας πάω να ιδώ τι θ" αντικρύσω, φτάνει το μυστήριο δα -
Την καρδιά μου να ηρεμήσω, φτάνει το μυστήριο δα΄-
Θαν" ο αγέρας, τι άλλο πια;»

Τα παντζούρια έσπρωξα όντας, μπήκε μέσα φτερουγώντας
Με καμάρι ένα κοράκι των παλιών καιρών φτιαξιά.
Μήτε να υποκλιθεί το νοιάζει, παρευθείς πα στο περβάζι
Της εσώπορτας θρονιάζει με αρχόντου αψηφισιά -
Κει γαντζώνει και κουρνιάζει στην Παλλάδα Αθηνά -
Κ" ύστερα, τίποτα πια!

Τ" όρνιου κάνει μου η εικόνα, να πικρογελά το στόμα,
Με την αυστηρή του πόζα πόχει πάρει στη θωριά,
«Κι αν σου κόψαν το λοφίο», είπα, «για δειλό σε αποκλείω,
Αρχαίο πουλί, φρικτό και κρύο που πλανιέσαι στη νυχτιά -
Πώς τη λεν την αφεντιά σου κάτω στου Άδη τη νυχτιά;»
Και μου κρώζει το κοράκι, «Ποτέ πια!»

Με το όρνιο είχα σαστίσει, πόχε ανθρώπινα μιλήσει,
Μα στα λόγια του νόημα λίγο και ουσία σχεδόν καμιά΄
Τι ο καθείς θα συμφωνήσει πως δεν του" λαχε στη ζήση,
Τέτοιο πλάσμα ν" απαντήσει, πα στη πόρτα του ψηλά -
Ζώο ή πουλί στητό σ" ένα άψυχο γλυπτό πα στη πόρτα του ψηλά,
Που το λένε, «Ποτέ πια!»

Μα γαλήνιο το κοράκι πα στο μπούστο, είπε μόνο λες για γούστο
Δύο λόγια, σάμπως της ψυχής το μούστο ζύμωσε στα λόγι" αυτά.
Δεν ξεστόμισε άλλη λέξη - μήτε είχε φτερό σαλέψει -
Ώσπου τραύλισα στη σκέψη, «Τόσοι φίλοι έχουν φύγει μακριά -
Την αυγή θα μ" έχει αφήσει όπως πέταξαν οι ελπίδες μου μακριά.»
Τότε το πουλί μου λέει, «Ποτέ πια!»

Έξαφνα η σιγή διαλύθη, έτσι καίρια που αποκρίθη.
«Σίγουρα», είπα, «εμυήθη τούτο μόνο ν" απαντά,
Από κάποιον κύριό του που δυστύχησε στο βιό του
Κι ακολούθει τον καημό του μια επωδός σπαραχτικιά -
Ίδια ελπίδας μοιρολόγι και χαμού θρηνολαλιά,
Το ''Ποτέ - ποτέ πιά!''»

Κι όμως το κοράκι ακόμα, έφερνέ μου χαμογέλασμα στο στόμα,
Τράβηξα μια πολυθρόνα, σε πουλί, μπούστο και πόρτα αντικρυστά΄
Στα βελούδα βυθισμένος, μες σε στοχασμούς χαμένος,
Με το νου μου απορεμένος, τι το όρνιο το σκαιό απ τα παλιά -
Τι το απαίσιο, ισχνό ερμοπούλι, το φερμένο απ τα παλιά,
Σήμαινε με το «Ποτέ πια!»

Τυραγνιόμουν στο αίνιγμά του, μα μιλιά δεν πρόφερά του,
Και η πυρή, τραχιά ματιά του, ως την ψίχα μου απόκαιε την καρδιά΄
Πύκνωνε στο νου η αιθάλη κ" είχα γείρει το κεφάλι
Στο βελούδο προσκεφάλι που στη λάμπα αντιφεγγούσε ριγηλά,
Στο ίδιο πορφυρό βελούδο που το φως αντιφεγγούσε ριγηλά,
Και που εκείνη δε θα γείρει ποτέ πια!

Σάμπως το αγέρι γύρω, βάρυνε από θυμιατού το μύρο,
Που σκορπούσανε τριγύρω Σεραφείμ, βηματίζοντας αχνόθροα στα χαλιά.
«Άμοιρε», έκραξα, «ο Θεός σου, στέλνει αγγέλους στο πλευρό σου,
Νηπενθές για να σου δώσουν, τη Λενώρα να ξεχάσεις μονομιά!
Πιε το, ω, πιε το νηπενθές, η Λενώρα να χαθεί στη λησμονια!»
Και μου κραίνει το κοράκι, «Ποτέ πια!»

«Προφήτη!», είπα, «πλάσμα χθόνιο! - σατανάς αν είσαι ή όρνιο! -
Είτε πειρασμού δαιμόνιο, είτε σκύβαλο που θύελλα το ξέβρασ" εδωνά,
Άτρομο αν και ρημαγμένο, σ" έρμο τόπο μαγεμένο -
Στο σπίτι αυτό το στοιχειωμένο, πες μου, σου προσπέφτω να -
Μπάλσαμο φυτρώνει, πες μου, κατωκεί στη Γαλαάδ; - σου προσπέφτω πάλι να!»
Κ" είπε πάλι το κοράκι, «Ποτέ πια!»

«Προφήτη!», είπα, «πλάσμα χθόνιο! - σατανάς αν είσαι ή όρνιο! -
Μα τον ουρανό τον αιώνιο, μα τη χάρη του Θεού που αγρυπνά, -
Πες σε μια ψυχή θλιμμένη, στην Εδέμ τη μακρυσμένη,
Θ" αγκαλιάσει μία κόρη αγιασμένη, που Λενώρα λεν οι αγγέλοι σιγαλά; -
Μια λαμπρή και σπάνια κόρη, που Λενώρα λεν οι αγγέλοι σιγαλά;»
Και ξανάπε το κοράκι, «Ποτέ πια!»

«Όρνιο!», ορθώθηκα, «ή τέρας! ο χρησμός σου, ας σημάνει το φευγιό σου -
Σύρ" ευθύς στη θύελλα χώσου, ως του Πλούτωνα τη νύχτια ακρογιαλιά!
Μαύρο ένα να μη μείνει απ τα φτερά σου, που το ψέμα να θυμίζει της λαλιάς σου!
Τη δόλια μου ερημιά σεβάσου - πέτα απ την προτομή μακριά!
Σύρ' το ράμφος σου απ τα στήθια κι απ' την πόρτα μου τον ίσκιο σου μακριά!»
Κι άλλη μια" πε το κοράκι, «Ποτέ πια!»

Και το κοράκι ούτε σαλεύει, μόνο στέκει κι αγναντεύει,
Στην ωχρή Παλλάδα γέρνει, πα στης πόρτας τη μπασιά΄
Κ" η ματιά του ατόφια μοιάζει, με δαιμόνου που ρεμβάζει,
Και το φως της λάμπας στάζει τη σκιά του στα χαλιά΄
Κι απ το σύσκιο αυτό η ψυχή μου π" ανταυγάζει στα χαλιά,
Δε θε νάβγει - ποτέ πια!

Απόδοση : Δημήτρης Νικηφόρου (Σεπτέμβρης - 2013)

© Assimina

Κυριακή 30 Μαρτίου 2014

confessio, Δημήτρης Νικηφόρου




στη φίλη ποιήτρια Ασημίνα Λαμπράκου

confessio

Σ' ένα συρτάρι με σκόρπια τετράδια
ο χρόνος κλειδώθηκε στο φθινόπωρο.
Τα φύλλα τους, χάλκινα πρόσωπα,
σαν ουρανοί βαρύθυμοι αυλακωμένοι
με ρυτίδες στίχων, κρέμονται στους κλώνους
των παλιών μου κριμάτων.
Τα ξεφυλλίζω σπάνια πια,
μα έτσι που κοιμούνται αγκαλιά
λαθεύω και τα κρίματα διαβάζω σιγανά
ενώ οι στίχοι μου σαν φρύγανα φουντώνουν
απ' τη λύσσα τους και καίγονται.

Όλα τα κρίματά μου γίναν ποίηση,
που σκύβουν πάνω της οι λίγες μου αρετές,
πολύ να μην ψηλώνουν και ξιπάζονται.


Δ.Ν 30 - 3 - 2014




© Assimina

Πέμπτη 27 Μαρτίου 2014

ο ποιητής Δημήτρης Νικηφόρου, Ασημίνα Λαμπράκου




Άν ήθελα να τον περιγράψω με δυό δικούς του στίχους θα επέλεγα αυτούς:
"με φόβο στην καρδιά σαν έρωτας
αμάθητος σε θάνατο κι αγάπη."
ο Δημήτρης Νικηφόρου είναι ένας από τους τρεις ανθρώπους που επιμένω να προβάλω και απο τον προσωπικό μου χώρο
ευχαριστώ τον Κώστα Κοτρώνη που μού έδωσε την δυνατότητα να προβάλω τη δουλειά του Δημήτρη ευρύτερα και συγκεντρωτικά κατά ένα τρόπο
ο ποιητής δεν έχει ανάγκη απο τις συστάσεις μου
είτε γιατί ότι έχει να πει το λέει με τα δικά του ποιήματα και τις αποδόσεις του σε κλασικά έργα άλλων ποιητών
είτε γιατί φέρει συστατικές επιστολές απο παλιά, πράγμα που μόνο ο ίδιος μπορεί να φανερώσει αν και όποτε το θελήσει· εγώ μόνο να σεβαστώ την αντίθετη επιθυμία του, πρέπει.
ευχαριστώντας τον ίδιο και για την εμπιστοσύνη που μού εδειξε αλλά και τον Κώστα ξανά, σας παραδίδω στην ποίηση του Δημήτρη Νικηφόρου με τα μάτια και την ψυχή μιας απλής αναγνώστριας...

Κηρήθρες






© Assimina

Τετάρτη 5 Μαρτίου 2014

Όπως τα τρυγόνια, Δημήτρης Νικηφόρου





Όπως τα τρυγόνια

Παλίρροιες ρηχών ακτών
μου γλείφουν τ' αχαμνά ίσαμε τη γούβα του αφαλού
κι' αποτραβιούνται αφήνοντας την καρδιά μου στεγνή.

Στα βαθιά σα βρεθώ γίνομαι ξύλινο σκαρί
που γλιστρά με κερωμένη καρίνα
στο νόστο για την εργένικη εστία.

Στα ριζά μιας μονόχνωτης φτιάξης ενδημώ
ρουφώντας την υγρασία χωμάτινων δακρύων.
Όρτσα στους έρωτες ταξιδεύω
με τα πανιά να τσιτώνουν στους αληγείς
ωσότου κουρελιαστούν και γίνουν αθύρματα.
Κάβο δεν πιάνω.
Ανάστροφα τη πρώρα γυρνώ κι' αλαργεύω
προτού με προφτάσει η πλήξη της άπνοιας.

Από τη μητρική γαστέρα
ένα κακότυχο παιδί παρασιτεί
σαν καλοήθης όγκος στο κεφάλι μου
και εγώ γονιός αμέριμνος
το παραμελώ
το ξεχνώ στα μαγαζιά
στους δρόμους
στα ξένα κρεβάτια
στις υποσχέσεις που αθετώ και το τιμωρούν
μα δεν παραπονιέται μήτε με παρατά
για τίποτα στον κόσμο.

Άγρυπνο με καρτερά τα βράδια
με παραστέκει να ξεντυθώ
κουρνιάζει δίπλα μου ώς να με πάρει ο ύπνος.

Εκείνο δεν κοιμάται ποτέ
γιατί φοβάται μήπως ξυπνήσει γέρος
και πεθάνει πριν από μένα.
Πιστεύει πως μόνος δεν θα τα βγάλω πέρα
και θα σκορπίσω όπως τα τρυγόνια
στην πρώτη γερή ντουφεκιά.


Δημήτρης Νικηφόρου
(συλλογή: οι νύχτες των ρηχών ερώτων - 1982)




Photo : Sotiris Lamprou

 σσ.


δηλώνω θερμή, θερμότατη οπαδός της ποίησής του απο τον Αύγουστο που μού συστήθηκε εδώ στο φβ
με μιαν έκφραση μοναδική, δική του, δύσκολη στη μίμηση κι απο μυημένους ισχυρίζομαι

χρησιμοποιεί συμβολισμούς για να δέσει αισθηματα, συναισθηματα, εικονες κι αισθησεις καθυποτάσσοντας την ποίηση κι οδηγώντας τον αναγνωστη σε υψηλές συναισθήσεις και νοήματα, είτε για να ταυτιστεί, είτε για να θαυμάσει και να προβληματιστεί
"Όπως τα τρυγόνια", του ποιητή Δημήτρη Νικηφόρου απο την συλλογή: οι νύχτες των ρηχών ερώτων, γραμμένη το 1982
η μεγάλη ερωμένη αυτού του ανθρώπου, τολμώ να πω, είναι η Ποιήση


© Assimina

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2014

Σβήσε τα μάτια μου, Rainer Maria Rilke


Σβήσε τα μάτια μου : του Rainer Maria Rilke

Σβήσε τα μάτια μου, μπορώ να σε κοιτάζω,
τ' αυτιά μου σφράγισ' τα, να σε γροικώ μπορώ.
Χωρίς τα πόδια μου μπορώ σε σένα να' ρθω,
και δίχως στόμα θα μπορώ να σου ορκιστώ.
Κόψε τα μπράτσα μου, εγώ θα σε αγκαλιάζω,
με την καρδιά, ίδια σφιχτά, σα να' ταν χέρια.
Σταμάτησέ μου την καρδιά, με το μυαλό θ' αναστενάζω.
Κι αν λιώσεις το μυαλό μου στη φωτιά, τα σταχτονέρια
πάλι στο αίμα μου θε να σε φέρουν πλέρια._



απόδοση : Δημήτρης Νικηφόρου

( είχα και την τιμή να μεταφραστεί και αφιερωθεί
 στην αφεντιά μου αμέσως μετά την ομολογία
πως αυτό το ποίημα με συγκινεί.
ευχαριστώ εκ νέου.)

φωτογραφία: από τον εξωτερικό χώρο του μουσείου στο αρχαίο θέατρο Επιδαύρου.




© Assimina

Τρίτη 20 Αυγούστου 2013

Σβήσε τα μάτια μου : του Rainer Maria Rilke




Σβήσε τα μάτια μου : του Rainer Maria Rilke

Σβήσε τα μάτια μου, μπορώ να σε κοιτάζω,
τ' αυτιά μου σφράγισ' τα, να σε γροικώ μπορώ.
Χωρίς τα πόδια μου μπορώ σε σένα να' ρθω,
και δίχως στόμα θα μπορώ να σου ορκιστώ.
Κόψε τα μπράτσα μου, εγώ θα σε αγκαλιάζω,
με την καρδιά, ίδια σφιχτά, σα να' ταν χέρια.
Σταμάτησέ μου την καρδιά, με το μυαλό θ' αναστενάζω.
Κι αν λιώσεις το μυαλό μου στη φωτιά, τα σταχτονέρια
πάλι στο αίμα μου θε να σε φέρουν πλέρια._




απόδοση : Δημήτρης Νικηφόρου
(στην φίλη ποιήτρια Α.Λ που το αγαπά )

© Assimina

Σάββατο 10 Αυγούστου 2013

Δεινόσαυροι, Εμείς by Charles Bukowski

 Δεινόσαυροι, Εμείς by Charles Bukowski

Γεννημένοι έτσι
Μέσα σ' αυτό
Καθώς τα ασβεστωμένα πρόσωπα χαμογελούν
Καθώς η Κυρία Θάνατος ξεκαρδίζεται
Καθώς τα ασανσέρ σπάνε
Καθώς τα πολιτικά τοπία διαλύονται
Καθώς το παιδί που σου γεμίζει τις σακούλες στο σούπερ μάρκετ έχει πτυχίο κολεγίου
Καθώς τα καλυμμένα με πετρέλαιο ψάρια φτύνουν την καλυμμένη με πετρέλαιο λεία τους
Καθώς ο ήλιος έχει καλυφθεί με μάσκα
Είμαστε γεννημένοι έτσι
Μέσα σ' αυτό
Μέσα σ' αυτούς τους προσεκτικά παράλογους πολέμους
Μέσα στη θέα σπασμένων τζαμιών των βιομηχανιών της κενότητας
Μέσα σε μπαρ όπου οι άνθρωποι δεν μιλούν πια μεταξύ τους
Μέσα σε γρονθοκοπήματα που καταλήγουν σε πυροβολισμούς ή μαχαιρώματα
Γεννημένοι μέσα σ' αυτό
Μέσα σε νοσοκομεία που είναι τόσο ακριβά που είναι φτηνότερο να πεθάνεις
Μέσα σε δικηγόρους που χρεώνουν τόσα πολλά που είναι φτηνότερο να δηλώσεις ένοχος
Μέσα σε μια χώρα που οι φυλακές είναι γεμάτες και τ φρενοκομεία κλειστά
Μέσα σε έναν τόπο που οι μάζες ανυψώνουν τρελούς σε πλούσιους ήρωες
Γεννημένοι μέσα σ' αυτό
Περπατώντας και ζώντας μέσα από αυτό
Πεθαίνοντας εξαιτίας αυτού
Άλαλοι εξαιτίας αυτού
Ευνουχισμένοι
Έκλυτοι
Απόκληροι
Εξαιτίας αυτού
Ξεγελασμένοι από αυτό
Χρησιμοποιημένοι από αυτό
Εξοργισμένοι από αυτό
Γίναμε τρελοί και αρρωστημένοι από αυτό
Γίναμε βίαιοι
Γίναμε απάνθρωποι
Από αυτό
Η καρδιά σκοτείνιασε
Τα δάχτυλα εκτείνονται προς το λαιμό
Το όπλο
Το μαχαίρι
Τη βόμβα
Τα δάχτυλα εκτείνονται προς έναν αναπόκριτο Θεό
Τα δάχτυλα εκτείνονται προς το μπουκάλι
Το χάπι
Τη σκόνη
Είμαστε γεννημένοι σε αυτήν την θλιβερή νέκρα
Είμαστε γεννημένοι σε μια κυβέρνηση εξήντα χρόνων χρέους
Που σύντομα δεν θα μπορεί να πληρώσει ούτε τους τόκους αυτού του χρέους
Και οι τράπεζες θα καούν
Τα λεφτά θα είναι άχρηστα
Θα υπάρχει στ' ανοιχτά και ατιμώρητα φόνος στους δρόμους
Θα υπάρχουν όπλα και περιπλανώμενοι όχλοι
Η γη θα είναι άγονη
Το φαγητό θα γίνει μια φθίνουσα απόδοση
Η πυρηνική ενέργεια θα περιέλθει στην κατοχή πολλών
Η γη θα σείεται διαρκώς από εκρήξεις
Ραδιενεργά ανθρώπινα ρομπότ θα παραφυλάνε το ένα το άλλο
Οι πλούσιοι και οι εκλεκτοί θα παρακολουθούν από διαστημικές πλατφόρμες
Η κόλαση του Δάντη θα μοιάζει παιδική χαρά
Ο ήλιος δεν θα είναι ορατός και θα είναι πάντα νύχτα
Τα δέντρα θα πεθάνουν
Όλη η βλάστηση θα πεθάνει
Άνθρωποι με ακτινοβολία θα τρώνε τις σάρκες ανθρώπων με ακτινοβολία
Η θάλασσα θα δηλητηριαστεί
Οι λίμνες και τα ποτάμια θα εξαφανιστούν
Η βροχή θα είναι ο νέος χρυσός
Τα σάπια κουφάρια ανθρώπων και ζώων θα βρωμάνε στον σκοτεινό αέρα
Τους λίγους τελευταίους επιζώντες θα τους προλάβουν νέες και αποτρόπαιες ασθένειες
Και οι διαστημικές πλατφόρμες θα καταστραφούν από τη φθορά
Την εξάντληση των προμηθειών
Το φυσικό επακόλουθο της γενικευμένης παρακμής
Και θα υπάρξει η πιο όμορφη σιγή που ποτέ δεν ακούστηκε
Γεννημένη από αυτό.
Ο ήλιος ακόμα κρυμμένος εκεί
Περιμένοντας το επόμενο κεφάλαιο.

Μετάφραση: Δημήτρης Νικηφόρου


© Assimina