Σάββατο 28 Μαρτίου 2026

Κώστας Θ. Ριζάκης, ανέστιος άνεμος

 
 
ανέστιος άνεμος
 
 
 
και τότε η γυναίκα δάκρυσε:
ένας σωρός λευκά
γαρύφαλλα πέσαν στον τάφο
αμέσως σαν κορίτσι γέλασε
(τι γάργαρη πηγή
δρόσισε την πληγή μου)
 
να με θυμάσαι, λέω, να με νοιάζεσαι
κάθε που θα ’ρχεται βροχή θα ’ρχονται χιόνια
μη περονιάζει το φαρμάκι ό,τι ποθήσαμε
 
και κυπαρίσσι ο λόγος μου κυρτός
κάτω από τον άνεμο πάνω στο χώμα
 
από το χώμα ξεπηδώ
ανέστιος άνεμος
(τα κουκουνάρια μάζεψε κορίτσι)
να με θυμάσαι να με νοιάζεσαι – μην κλαις
 
κούρνιασα σε μια στάλα ουρανό!
 
 
 
 
Ο ΚΥΡΙΩΣ ΝΑΟΣ
      [2006]
 
ε π ι τ ά φ ι ο ς  δ ρ ό μ ο ς
      ΠΟΙΗΜΑΤΑ Α΄ [1985-2010]
 
ΟΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ
                 ΑΘΗΝΑ 2011
 
 
© Assimina

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2026

Κώστας Θ. Ριζάκης, στ' όνομά σου

 
 
 
στ’ όνομά σου
 
 
ταίρι της νύχτας φιμωμένη ενοχή
χρόνια μετά την αυτοσχέδια ένωσή μας
θα ’χεις τρυγήσει πλέον κάθε μου καρπό
κι ό,τι άδολος σου χάριζα με τόση ζέση
θα ξαναβρίσκω στης μορφής σου τον παλμό
 
κατάσαρκα θα ντύνεσαι στο σχήμα της αφής μου
θ’ αναμασάς τη γεύση μου στο στόμα σου καιρό
με χρώματα πουλιών όσο θα σε ονομάζω
τ η ς  ν ύ χ τ α ς  τ α ί ρ ι
ματωμένη στο σκοτάδι μου κραυγή
μπροστά στην πόρτα της αδέσποτης καρδιάς σου
που βρίσκεις το κουράγιο και με φτύνεις
κουκούτσι τώρα αδειανό που θα σκληρύνει
θα σπάσει δόντια αφελών περαστικών
μόλις στην άσφαλτο άταφος
νεκρός κυλήσω
 
σκυλί το πνεύμα μου αβάπτιστο και ξέρεις
μπορεί τους δρόμους να γαβγίζει στ’ όνομά σου
 
 
Ο ΚΥΡΙΩΣ ΝΑΟΣ
[2006]
 
 
ε π ι τ ά φ ι ο ς   δ ρ ό μ ο ς
      ΠΟΙΗΜΑΤΑ Α΄  [1985-2010]
 
 
ΟΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ
             ΑΘΗΝΑ 2011
 
 
 
© Assimina

Τρίτη 3 Μαρτίου 2026

ΚΩΣΤΑΣ Θ. ΡΙΖΑΚΗΣ, ΚΙΝΗΜΑ ΤΩ(Ν) ΓΡΑΦΩΝ

 

 

ΚΙΝΗΜΑ ΤΩ(Ν) ΓΡΑΦΩΝ

 

γκελ στων ευχών (νοείται νοερών εάν λεπτο-
ελέγξετε ότι όσοι στο εγχείρημα βέβαια τολ-
μητίες εδωνά συνέδραμαν τυγχάνουνε όλοι αλλά
όλοι τους διάβολε οριστικά απόντες κ’ ήγουν βα-
θέως νεκροί) παππού πατέρα νόνας στην α-
δελφή δεν ζύγωσα μείναμε μαλωμένοι ‒πού
φεύγεις χωρίς ένα «γεια» ανάγωγος δε δείχνεις;
το χώμα σ’ αλλοτρίωσεν ή το κερί που ανάβω;‒

μετά τών συνοδών λοιπόν σπρώχνομαι στον φεγγίτη
νοιώθω αρκετά αδύναμος ετών εξηνταδύο κότσι για
ώρες το α-κατόρθωτον μα ωστόσο βλέπων έξω· δένει η
αυγή πρασινωπή φουλ στην διάθεσή μου όμως το μπλά-
βον φορτηγό τοκ-τοκ τοκ-τοκ (της επικράτειας θεέ
θε μου τών λυπημένων κάν’το να πάψει κάνε το να μην
περάσει φευ) θα λιώσει επί ασφάλτου (πώς κι άσφαλ-
τος ενώ έσφαλεν;) το πλέον αγαπητό γατί γέρασε πι-
α δεν τρέχει (πρέπει γι’ αυτό να εξοντωθεί;) το αίμα

αίμα μ’ επιστρέφει εκεί πριν κι όπου επιχειρούσα εχ μι’ από-
δραση ρομαντικήν άλλοτες λέω ενδελεχώς ίσως σάς ξανα-
δείξω πώς συναζόμαστε δυο-τρεις δειλίας συναινούσης

(κάποιοι θα διασκεδάζατε τα παλαιά ασπρόμαυρα σινεμασκόπ
μα εγώ, εγώ κάλλιον γνωρίζω φίλοι μου πως τα σκανάρω μόνος)

 

 

[από το 8ο τεύχος του λογοτεχνικού περιοδικού

 "σαφυλή",  ΜΕΘΗ ΣΤΟΝ ΛΟΓΟ ΤΗ ΣΚΗΝΗ ΤΙΣ ΤΕΧΝΕΣ]

 

© Assimina