Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

Στροφορμή, Λουκάς Λιάκος


(αναδημοσίευση)



Μια μερική κρίση, γράφει ο Στράτος Φουντούλης 


Όσο διάβαζα τη νέα ποιητική συλλογή του Λουκά Λιάκου (Λ.Λ.) τόσο μου επιβεβαιωνόταν το κοινότοπο όσο και ζωντανό, ότι  η λογοτεχνία είναι η συνείδηση του κόσμου και η Ποίηση το βάθος και η ουσία της λογοτεχνίας –ιδιαίτερα όταν η αυλαία ενός ποιητικού πονήματος κλείνει σιωπηλά κι αθόρυβα όπως «μια λέξη μας απόμεινε, μπορεί και δύο»- ναι· διότι το πιστεύω, μια λέξη, μπορεί και δύο θα απομείνουν από τις απόλυτες αλήθειες, τις ίντριγκες, τις ιδεολογίες, τις θρησκείες και τις μικρότητες της ανθρώπινης υπόστασης, θα μείνει μια λέξη, μπορεί και δύο –διότι πάντα, Το Έργο θα είναι αυτό που απομένει.

Τί ζητάς αφού δεν βρίσκεσαι με το πρώτο; /Υπάρχεις όταν πέφτω για ύπνο /παριστάνοντας το φως ή κάτι παρόμοιο. /Στην πραγματικότητα /το μόνο που μας απέμεινε είναι μια λέξη/ μπορεί και δύο.

Ο Λ.Λ. φαίνεται, και είναι μέγα ευτύχημα, έχει βαθύτατα συνειδητοποιήσει ότι: η ανθρώπινη Ζωή είναι Στιγμή και τίποτα περισσότερο -Κι όλο αυτό διαρκεί και λίγο ενδιαφέρει και ξεχνιέται – κι αφήνει πίσω της χυμούς από μια μουσική κρυφή, υπέροχη, μαγική κι ανεπιτήδευτη, ούτε δίκαιη είναι, ούτε άδικη, ούτε ποτέ καταδέχτηκε· ούτε καταδέχεται, ούτε τον «Κύριο» ενδιαφέρει, όπως αναφέρει ο ποιητής, εάν εσύ τριγυρνάς μες στους καπνούς / μια ολόγυμνη καμπύλη / σαν ήχος / βέβηλος.

Ο Λ.Λ. φαίνεται, και είναι μέγα ευτύχημα, έχει βαθύτατα συνειδητοποιήσει το κατά τον Γ.Χ. Ώντεν[1]: «Στις μέρες μας το έργο τέχνης από μόνο του αποτελεί πολιτική πράξη» και ότι η πρώτη ύλη του ποιητικού λόγου και γίγνεσθαι στην κοινωνία και τον κόσμο δεν αποκλείεται –το λέω δίχως καμία βεβαιότητα διότι γνωριζόμαστε μόνον διαδικτυακά- να ξεκινά από μια πρόδηλη ή λανθάνουσα αμφισβήτηση, από μία ή πολλές νεανικές ή παιδικές εμπειρίες, ή· από το ανέβασμα του Εαυτού στη σκηνή, ή ακόμα και από τον εσώτερο προβληματισμό για τον εαυτό του  –και από εκεί, ίσως, αρχίζει ο αγώνας του ποιητή Λ.Λ. όπως διαφαίνεται στο ποίημα με τίτλο «Σαν να σε μαλώνει η μάνα σου»:

Στην αρχή απορείς, ο έρωτας καθημερινός ή αιώνιος; Ολέθριος ή απλό παραμίλημα;  Ο θάνατος πάντα ευσεβής, φανερός μες στην απλότητά του. Απαγορεύεται να υποθέσεις.

Αυτά ως πρώτη ελλιπή ανάγνωση της ποιητικής συλλογής του Λουκά Λιάκου. Ελπίζω να συνεχίσει να προσφέρει ποιητική συνείδηση με φειδώ, μέτρο και σύνεση, δίχως να παρασυρθεί από τις φανερά μεγάλες δυνατότητες του αξιόλογου ταλέντου (μέγας ο πειρασμός στην διαδικτυακή πλέον, εκκλησία του δήμου) που διαθέτει και ξοδευτεί.΄Ελπίζω να συνεχίσει να μας προσφέρει εδέσματα εξαίσια, όπως η τωρινή Στροφορμή, διότι όταν σημαίες και λάβαρα σιγήσουν, το Έργο πάντα, είναι αυτό που θα μας απομείνει. Φωνές σαν του Λ.Λ. μας είναι οδυνηρά αναγκαίες. [Στράτος Φουντούλης]

*

[1] Γ.Χ. Ώντεν, Ο Ποιητής και η Πολιτεία, μτφρ. Ελένη Πιπίνη, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2012, σ. 165-166]


αναδημοσίευση από το e-περιοδικό Staxtes





© Assimina

Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

Σωρείτες ακηδίας, Βασίλης Λαλιώτης


                                                                                    όποιος τον ξέρει,
ξέρει, από τα τέσσερα έχει τα δύο, δεν παίζει δεν πίνει, καπνίζει και γα-
μάει, μα πριν πεθάνει θα ήθελε μια στάλα χρόνο για να θυμηθεί και
πάλι τότε που τον έπιασε η δασκάλα, εφτάχρονο ποιητή, στο πρώτο
ραβασάκι και τον έβαλε να γράψει εκατό φορές στον πίνακα: Δεν θα
ξαναγράψω άλλη φορά Σ' αγαπώ, Δεν θα ξαναγράψω άλλη φορά Σ'
αγαπώ, Δεν θα ξαναγράψω άλλη φορά Σ' αγαπώ, Μόλλυ ναι, Δεν θα
ξαναγράψω άλλη φορά Σ' αγαπώ Δεν θα ξαναγράψω άλλη φορά Σ'
αγαπώ Σ' αγαπώ.

31[112]

εκδ. Αρμός, 2016



© Assimina

Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

ΘΑΝΑΣΙΜΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ, Θ. Δ. Τυπάλδος





Υπάρχουν ανάσες μέσα σε μια κόκκινη μποτίλια 
Ο Προμηθέας χωρίς τη φωτιά 
Πίσω από τις τρίλιες βλέπω ένα διάφανο αγκάθι 
Μου θυμίζει τη νύχτα που έχασα το πάθος μου 
Συμφόρεση 
Καρδιακή ανεπάρκεια
Μια δόση εγκεφαλικό
Ευμάρεια σε ένα αταλάντευτο σκουπιδαριό

Υπάρχουν όμoρες μέρες 
Πυροτεχνήματα και σφαίρες 
Στην Ουτοπία της τραγελαφικής ζωής μας 
Υπάρχουν διακλαδώσεις εφαπτόμενων χελιδονιών
Ας μη κλάψουμε απόψε 
Κανείς δε πρόκειται  να μας ακούσει 
Παρά μόνο η κουρτίνα που στο χάος οδηγεί 
Και όντως η σελήνη είναι ένα μεγάλο κομμάτι



από την ηλεκτρονική έκδοση της συλλογής: Η Ατέρμονος Πύλη
εκδ. Ενδυμίων, Δεκέμβρης του 2016


© Assimina

Τρίτη, 18 Απριλίου 2017

ΠΕΡΙ ΤΡΕΛΑΣ


ΦΡΗΝΤΡΙΧ ΝΙΤΣΕ 

[Τορίνο, 4 Ιανουαρίου 1889]²³ 

Αφού αποδείχτηκε αμετάκλητα ότι εγώ πράγματι δημι-
ούργησα τον κόσμο, φαίνεται πως ο φίλος Πάουλ προο-
ρίζεται επίσης για το σχέδιο του κόσμου: μαζί με τον κ.
Κατούλ Μαντές, θα πρέπει να ανήκει στους μεγάλους
μου Σάτυρους και στα τελετουργικά ζώα.

Διόνυσος.


                                                -------

 [Τορίνο, 4 Ιανουαρίου 1889]

Στον μαέστρο μου Πιέτρο24
Πες μου ένα καινούργιο τραγούδι: ο κόσμος μεταλλάσ-
σεται και ευφραίνονται όλοι οι Ουρανοί.

 Ο Εσταυρωμένος.




 εκδ. κοβάλτιο, 2016



© Assimina

Δευτέρα, 17 Απριλίου 2017

έλα να παίξουμε τους κλέφτες (*)




(κάποτε)


η Μαριάνθη είχε πιάσει τη ντουλάπα ψηλά και χόρευε
στιγμές στιγμές σταματούσε, πιες, έλεγε και έδινε στο μικρό κορίτσι κάτι που γλύκαινε στο φάρυγγα σα νέκταρ από αγιόκλημα
μέσα η θερμοκρασία έπιανε κορυφή, ακίνητη
με βλέφαρα μισά κατεβασμένα, σαν κουρτίνες στο παράθυρο, γινόταν κάτι που το έξω να μένει δροσερό
πιό έξω, οι κήποι ανθισμένοι
έξω από τους κήπους κάποια Πασχαλιά κι οι άνθρωποι στα χωράφια
φάε, είπε η Μαριάνθη προς το μεσημέρι και στον ουρανίσκο μπερδεύτηκαν όλοι οι νεκταροφόροι στήμονες που έγλειψε στη ζωή της να τους πιει το ανθόμελο τα λευκά νερόβραστα μακαρόνια
έξω, οι άνθρωποι στα χωράφια μια Πασχαλιά, οι χαρές κι οι  μυρωδιές τους

αργά το απόγευμα εκεί που οι χαρές αποσύρονται ιδρωμένες κι οι μυρωδιές σκορπίζουν σύννεφο αραιό, οι άνθρωποι θυμούνται τα μέσα και τα συναντούν με όποιο τρόπαιο απόδειξη της ευφρόσυνης συνύπαρξης τους
κοίτα! χαμογελάει!, είπε ένας κι έδειχνε με βλέμμα το κεφάλι του αρνιού κι από το κεφάλι τα δόντια
στάθηκε λίγο η Μαριάνθη απ' το χορό, γύρισε, κοίταξε  κι αυτή
μαύρα μεγάλα δόντια σφιγμένα πάνω σε μια γλώσσα μισοβγαλμένη να κοροϊδεύει, χείλη τραβηγμένα προς τα πάνω, καμένα
τι λύκος αρνί, έστυψε τα μάτια της η Μαριάνθη στα μάτια του παιδιού
κι εκείνο: έτσι θάν' ο θάνατος, είπε μέσα της
και έτσι πρωτόμαθε το κορίτσι πως ο θάνατος είναι χαρά ή πως θάνατος είναι η χαρά ή πώς οι άνθρωποι χαίρονται τον θάνατο ή πώς τον περιμένουν για να χαρούν ή πώς η χαρά δεν πρέπει να δείχνεται πριν να είναι η ώρα να συμβεί ο θάνατος και πάντως ο θάνατος έχει μεγάλα καμένα δόντια και χείλη ένα τραβηγμένο χαμόγελο αρνιού


(1973)


αγία σκοτεινιά
η παρουσία του πρωταγωνιστή(1) στην πρώτη σκηνή κι η απουσία του στην τελευταία: όλο το δέος του ανθρώπου που αμφισβητεί, για το αόριστο ή το ποθούμενο που εξασφαλίζει τη συνέχεια της ροής ή το ανείδωτο ή το ανεξήγητο ή το ...
το; το στόμα του αρνιού μιαν Πασχαλιά με χείλη τραβηγμένο χαμόγελο καμένο και δόντια όσες οι προσδοκίες από τις επενδύσεις σε μιαν ανάσταση


(2017)


όλα γίνονται για την έξοδο, είπε ο ηθοποιός(2) κι ήταν στραμμένος προς τη μεριά μου
ο ηθοποιός ήταν στραμμένος προς τη μεριά μου
έπαιζε με την πλάτη στο πλήθος
η σκηνή πιο κάτω από εμάς ή στην ευθεία μας
εκείνος έπαιζε στη σκηνή με την πλάτη στο πλήθος
ένας καθρέφτης τον παρέδιδε πρόσωπο σε αυτούς που είχε πίσω του
εμείς τον βλέπαμε στο πλάι
είχα καθίσει στη σωστή πλευρά ή εκείνος με έψαξε για να μου πει:
όλα γίνονται για την έξοδο(2)
χτυπώντας το μπαστούνι στο πάτωμα, κατέβασε το γενειοφόρο πρόσωπό του βαραίνοντας τον λόγο
έπειτα γύρισε το κεφάλι ίσια για να βλέπει τους πίσω από μπροστά
είχα καθίσει στη σωστή πλευρά για να του επιτρέψω να μου απευθυνθεί
έτσι κι εγώ ένευσα: πάμε ξανά από την αρχή, και σιγουρεύτηκα πώς με αισθάνθηκε από μια κίνηση του ώμου κάτω από το παλτό που καλούσε: έλα να παίξουμε τους κλέφτες(3)

η Μαριάνθη είχε πιάσει τη ντουλάπα και χόρευε
στιγμές στιγμές σταματούσε
το αγιόκλημα στο λαρύγγι
έξω οι κήποι
πιο έξω μια Πασχαλιά
ο θάνατος έχει τα δόντια του αρνιού που δείχνεται ως τρόπαιο ευφρόσυνης συνύπαρξης
το δέος του ανθρώπου: η καμένη σπηλιά που ανοίγεται το στόμα του αρνιού μιαν Πασχαλιά
τα δόντια του αρνιού: οι προσδοκίες από τις επενδύσεις σε μιαν ανάσταση



(1) αναφορά στην ροκ όπερα: Jesus Christ Superstar
(2) αναφορά στη θεατρική παράσταση του θεάτρου της οδού Κυκλάδων-Λευτέρης Βογιατζής: Πλατεία Ηρώων του αυστριακού Τόμας Μπέρνχαρντ
(3) αναφορά στο άνθοςκλέφτης



 ---

(*)
συμμετοχή στη δράση της Ιφιγένειας Σιαφάκα στο Ενύπνια Ψιχίων | αρνί
περισσότερα πατώντας το: αρνί

© Assimina

Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

Μεγάλη και μεγάλη Παρασκευή, Δημήτρης Σινάκος





«Η ζωή πώς θνήσκεις; Πώς και τάφω οικείς;» οι φωνές του Τάσου, αδελφός μου πρεσβύτερος, και του Τάκη, φίλος απ΄ τα πρώτα πρώτα χρόνια της ζωής, και επαγγελματίας τραγουδιστής τώρα, γεμίζουν τα τρία κλίτη της μικρής βασιλικής του Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης των παλαιοημερολογιτών.

Κάθομαι σε μια καρέκλα στο σημείο που άλλοτε ήταν τα καφέ σκούρα στασίδια, που χώριζαν το μεσαίο από το δεξιό κλίτος.
 Τώρα τα στασίδια έχουν αποσυρθεί και στη θέση τους υπάρχουν καρέκλες. «Η ζωή εν τάφω κατετέθης Χριστέ» κι είμαστε πολλοί που ψάλλουμε ο Τάσος, ο Τάκης, εγώ, ο Αλέκος, το είδα να κάθεται στο παγκάρι στα κεριά, καλούν την κλάση μας για επιτρόπους αστειεύτηκα, κι αρκετοί άλλοι, έναν δυο τους είδα να στέκονται  όρθιοι στη εκκλησιά με μικρά πλάι τους, εγγόνια μάλλον, κι είμαστε οκτώ, εννιά, δέκα, έντεκα, δώδεκα μέχρι και τα δεκαοχτώ και «η ζωή εν τάφω» όλοι μαζί και με δύναμη, [...]


δημοσιεύτηκε στην Bibliotheque

διαβάζεται ολόκληρο πατώντας στον τίτλο: Μεγάλη και μεγάλη Παρασκευή.




© Assimina