Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2017

Escape, Ingrid Jonker


Απόδραση

Από αυτό το Valkenburg Φάλκενμπεργκ έχω δραπετεύσει
μεσ' απο τις σκέψεις μου στον Κόλπο Gordon Γκόρντον έχω επιστρέψει
Με γυρίνους παίζω κολυμπώντας σ' ελευθερία
σε κόκκινα δέντρα Krantz σβάστικες χαράζω

Είμαι το σκυλί που ένοχα κινείται από παραλία σε παραλία
κόντρα στης νύχτας τη δροσιά γαβγίζει άλαλα μονάχο

Είμαι ο γλάρος σε πτήσεις πεινασμένες
γεύματα για να σερβίρει από ανιαρές νύχτες πεθαμένες
Ο θεός που από άνεμο σ' έπλασε και δροσιά
για νάβρει μέσα σου εκπλήρωση η δική μου ανθρωπιά

Ξεβρασμένο κείται το κορμί μου ανάμεσα σε ζιζάνια και χόρτα
στους τόπους όλους που ανοίξαμε κάποτε ρότα.

 © μτφρ.: Ασημίνα Λαμπράκου

 -

 Escape

From this Valkenburg have I run away
and in my thoughts return to Gordon’s Bay:
I play with tadpoles swimming free
carve swastikas in a red-krantz tree

I am the dog that slinks from beach to beach
barks dumb-alone against the evening breeze

I am the gull that swoops in famished flights
to serve  up meals of long-dead nights
The god who shaped you from the wind and dew
to find fulfilment of my pain in you:

Washed out my body lies in weed and grass
in all the places where we once did pass.

© Translation: 2007, Antjie Krog & André Brink


Σημειώσεις:

Valkenburg: ψυχιατρικό νοσοκομείο στο Κέιπ Τάουν
κατά πληροφορίες νοσηλευόταν εκεί η μητέρα της την οποία επισκεπτόταν

krantz tree: δέντρα με κόκκινους καρπούς, είδος αλόης μάλλον

swastikas: [...], the literal meaning of Swastika is "One that is self-existent", or "self-existing", in other words; "Unborn and directly originating from eternity since time eternal" [Wikipedia]




Ingrid Jonker

(19 Σεπτεμβρίου 1933 - 19 July 1965)  


Η Jonker γεννήθηκε σε ένα αγρόκτημα στο  Ντάγκλας, Βόρειο Ακρωτήριο. Ήταν κόρη του Αβραάμ Jonker και της Βεατρίκης Cilliers. Οι γονείς της χώρισαν πριν γεννηθεί.

Το 1943, η μητέρα Jonker πέθανε .  Η Ingrid και η μεγαλύτερη αδελφή της Άννα αποστέλλονται στο Wynberg, Γυμνάσιο Θηλέων στο Κέιπ Τάουν, όπου άρχισε να γράφει ποίηση για το σχολικό περιοδικό. Αργότερα μετακόμισε με τον πατέρα τους και την τρίτη σύζυγό του και τα παιδιά τους. Εκεί οι δυο αδελφές αντιμετωπίστηκαν ως παρείσακτες, πράγμα που επέφερε οριστική ρήξη με τον πατέρα τους.

Η ενασχόληση της Jonker με την γραφή ποιημάτων ξεκίνησε όταν ήταν έξι χρονών. Στην ηλικία των δεκαέξι ετών άρχισε να αλληλογραφεί με τον DJ Opperman, συγγραφέα και ποιητή της Νότιας Αφρικής, οι απόψεις του οποίου  φαίνεται να επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό το έργο της. Έγραψε στα Αφρικάανς και ποιήματά της έχουν ευρέως μεταφραστεί σε άλλες γλώσσες.  Η Jonker συχνά αποκαλείται η Νοτιοαφρικανή Σύλβια Πλαθ, λόγω της έκτασης της δουλειάς της, τη θεματολογία και την τραγική πορεία της ζωής της

Η Jonker παντρεύτηκε τον Pieter Venter το 1956, και γέννησε την κόρη τους Simone το 1957. Το ζευγάρι μετακόμισε στο Γιοχάνεσμπουργκ, αλλά τρία χρόνια αργότερα χώρισαν. Η Jonker και η κόρη της, στη συνέχεια μετακόμισαν πίσω στο Κέιπ Τάουν.

Κατά τη διάρκεια της νύχτας της 19ης Ιουλίου 1965, η Jonker φέρεται να έχει πάει στην παραλία στο Three Anchor Bay στο Κέιπ Τάουν, όπου μπήκε στη θάλασσα και πνίγηκε.

Ο πρώην Πρόεδρος της Ν Αφρικής, Νέλσον Μαντέλα, σε ομιλία του όπου ανέγνωσε το ποίημα της Γιόνκερ: The Child, είπε μεταξύ άλλων αναφερόμενος στην ίδια:
[...] με αυτό το θαυμάσιο όραμα, η Γιόνκερ μας δείχνει πως η προσπάθειά μας πρέπει να είναι προς την κατεύθυνση της απελευθέρωσης της γυναίκας, του ανθρώπου, του παιδιού. Η Jonker υπήρξε και ποιήτρια και νοτιοαφρικανή, λευκή Αφρικανή και Αφρικανή. Υπήρξε καλλιτέχνης και ανθρώπινο ον. Στη μέση της απελπισίας, εξύμνησε την ελπίδα. Αντιμέτωπη με τον θάνατο, διεκδικούσε την ομορφιά της ζωής.

Το έργο της Γιόνκερ και η ίδια αναγνωρίστηκαν και αποτελούν πλέον οδηγό για τις νέες γενιές Αφρικανών και Νοτιοαφρικανών.

Η Κυβέρνηση της Νότιας Αφρικής απέδωσε στην Ingrid Jonker το βραβείο  Ikhamanga in Silver at the National Orders awards on 19 October 2004, αναγνωρίζοντας την εξαιρετική συμβολή της τόσο στη Λογοτεχνία όσο και στη μάχη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και τη Δημοκρατία.



πηγές: Wikipedia, South African History Online, allpoetry





© Assimina

Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2017

"Μια Άνοιξη της Ρόζμαρυ" και "Οπάλι" της Amy Lowell



ΜΙΑ ΑΝΟΙΞΗ ΤΗΣ ΡΟΖΜΑΡΥ

Δεν μπορώ να δω το πρόσωπό σου
Όταν σε σκέφτομαι
Βλέπω μονάχα τα χέρια σου
Τα χέρια σου
Που ράβουν
Που κρατούν ένα βιβλίο
Που στέκουν για ένα λεπτό στην ηρεμία κάποιου παράθυρου.
Τα μάτια μου πάντα κρατούν την όψη των χεριών σου,
Αλλά η καρδιά μου κρατάει τον ήχο της φωνής σου
Και την απαλή λαμπρότητα που είναι η ψυχή σου.

ΟΠΑΛΙ

Είσαι ο πάγος κι η φωτιά
Τ' άγγιγμα σου φλογίζει τα χέρια μου όπως το χιόνι...
Όταν είμαι κοντά σου
Η καρδιά μου γίνεται μια παγωμένη λιμνούλα
Που λάμπει από σκιρτήματα πυρσών.

(από το: ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΑ ΡΑΣΕΛ)
μτφρ. Τάσος Κόρφης

Άμυ Λόουελ:
(Amy Lowell, 1874-1925). Αμερικανίδα ποιήτρια, βιογράφος και κριτικός. Γεννήθηκε στο Μπρούκλιν της Μασσαχουσέτης. Ανήκε στην ποιητική κίνηση του εικονισμού (imagism).

Ξένη Ποίηση του 20ου αιώνα
επιλογή από ελληνικές μεταφράσεις
εκδ. Λωτος
Μαρία Λαϊνά




© Assimina

Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

The Red Dress, Dorothy Parker


Πάντα έβλεπα κι από πάντα είχα πει
Ελεύθερη αν ήμουν κι ένα άτομο μεστό,
Ένα φόρεμα θάχα από το πιο κόκκινο ροδύ
Τόσο, όσο θα μπορούσες να δεις, κομψό,

Να το φορώ έξω νωθρή βαδίζοντας και κομψή,
Μιαν του καλοκαιριού ημέρα,
Κι ένας θα υπάρξει έτσι να με δει
Και να διώξει τον κόσμο πέρα.

Και θάναι αυτός ένας κορτάκιας,
Μ' άστρα πίσω απ' τη ματιά,
Και μαλλιά σαν μέταλλο στον ήλιο,
Και χείλη για ψέματα, τόσο θερμά.

Χαρούμενους μας έβλεπα πάντα, κι ευγενικούς
Στην πόλη μέσα τιμημένους πολύ
Στη γυνακεία μου φύση τώρα φτασμένη
Το χαζοφόρεμα έχω τυλιχθεί.

μτφρ. Ασ. Λαμπράκου


φωτο.: Μαρία Βασιλοπούλου



© Assimina

Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

κι όμως



κι όμως
όταν όλα θάχουν πια τελειώσει
τότε που θα μεγαλώνουν ξοδεμένα στα κύτταρα παιδιών
ή θα κείνται ξέπνοα
σαν άνθος μικρό ρόδου
στο άνοιγμα τάφου ξεχασμένου
τότε
όπως στον μεγάλο πυρετό το δροσερό χείλι της μητέρας
θα αναζητάμε τη στοργή
ως το μόνο που θα μας δένει με όποια αλήθεια μέσα της έχουμε υπάρξει ._




Αλθέα, ν. Αττικής




© Assimina

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2017

Πρωινό μέθης, Ρεμπώ



Πρωινό μέθης, Ρεμπώ

Ω Αγαθό μου!
Ω το Ωραίο μου!
Φανφάρα βάναυση όπου δε σκοντάφτω καθόλου!
Στρεβλή μαγική!
Ουρά για το ανήκουστο έργο και για το
θαυμαστό σώμα, για πρώτη φορά.
Αυτό άρχισε κάτω από τα γέλια των παιδιών,
θα τελειώσει από αυτά.
Το δηλητήριο τούτο θα μείνει σε όλες τις φλέβες μας,
ακόμα και όταν,
καθώς η φανφάρα στραφεί,
θα παραδοθούμε στην παλιά δυσαρμονία.
Ω τώρα, εμείς τόσο άξιοι για αυτά τα μαρτύρια.
Ας μαζέψουμε με θέρμη αυτή την υπεράνθρωπη υπόσχεση
καμωμένη στο πλασμένο σώμα μας και στην ψυχή μας,
αυτή την υπόσχεση, αυτή την παραφροσύνη.
Η κομψότητα, η γνώση, η βιαιότητα!
Μας υποσχέθηκαν να θάψουν στη σκιά το δέντρο
του καλού και του κακού, να εξοστρακίσουν τις
τυραννικές εντιμότητες, για να οδηγήσουμε
τον πολύ αγνό μας έρωτα.
Αυτό αρχίνησε με μερικές αηδίες και αυτό τελείωσε,
μην μπορώντας να μας αρπάξει αμέσως από αυτή την
αιωνιότητα,
αυτό τελείωσε με ένα σκόρπισμα αρωμάτων.

[...]


(Ανθολογία γαλλικής ποίησης, Καστανιώτης)


© Assimina

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

Θηλυκά γεννιούνται οι Τρίτες




Μια Τρίτη από κείνες που ντύνονται γυναίκες και χτυπάνε επιδέξια τα τακούνια τους στην άσφαλτο λικνίζοντας γοφούς και καρότσι συντονισμένα στο δρόμο για τη λαϊκή, μ’ έπιασε απ’ τ’ αφτί και με κάθισε σ’ ένα σκαμνί πιο κάτω από την ίδια κι εγώ έμοιαζα με παιδί από πίνακα του Λύτρα κι απ’ το λαγούμι π’ άνοιξε ένα κουμπί που έμοιαζε δραπέτης τής ρόμπας της, είδα τη δαντέλα απ’ το μαύρο της κομπιναιζόν στο ύψος τής κοιλιάς όπως εκείνη έσκυψε και σφύριξε στ’ αφτί μου με αυτή τη νοικιασμένη αυταρέσκεια από τα χαριεντίσματα με τους σερνικούς μανάβηδες της λαϊκής: σκέφτηκες ποτές σου βλογιοκομμένο γιατί απ’ όλες τις μέρες μια τους ορίστηκε να μην έχει φύλο; 

Και σκιάχτηκα και ντράπηκα σα μαθητής όχι αδιάβαστος μα άσκεφτος κι απάντηση πριν δώσω, εκείνη συνέχισε μ’ αυτή τη σιγουριά τη ποτισμένη από την ικανοποιηθείσα αυταρέσκεια που σας έλεγα, που κακή δεν είναι , η αυταρέσκεια, μα χρήσιμη μια και διαπερνώνται οι γυναίκες από αυτό το συναίσθημα πως κάποιου τη προσοχή έχουν και που τη θαύμαζα, τη σιγουριά, κι ας με φόβιζε σα τιμωρία επικρεμάμενη, θυμάσαι μια φορά, είπε, που έγραφες…


«κι οι μήνες;
αρσενικά όλοι τους κι ελπίδα πώς να γεννήσουν;»

για τούτο είναι που η μέρα Σάββατο, ουδέτερη ορίστηκε, για να μένουμε έξι κι όλες θηλυκά οι άλλες, τους μήνες να μοιραζόμαστε από δυο, να ζευγαρώνουμε κι ελπίδες να γεννάμε… είπε κι ευθύς από το λαγούμι π’ άφηνε το κουμπί δραπέτης, η όμορφη δαντέλλα της γέμισε χρώματα και μικρές πεταλούδες πάνω σ’ άσπρα γιασεμιά… γιατί έτσι πρέπει νάναι αυτές οι γέννες… μικρές και άμεσες
Εγώ, ψιθύρισε, τον έναν τον διάλεξα νάναι ο Ιούνης κι έγειρε το κεφάλι της σα φεγγάρι στους έρωτές του, μ’ ένα μειδίαμα μπογιατισμένο στα χείλη της. Μια υποψία αρώματος ξέφυγε απ’ το λαιμό της κι η κάφτρα ενός τσιγάρου φώτισε τα βερνικωμένα νύχια της.

Θηλυκά γεννιούνται οι Τρίτες ._




δημοσιεύτηκε στο Λόγω Γραφής 


© Assimina