Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026

"πατριώτη" μας πήραν είδηση ως και τα μποτς / με αφορμή κείμενο που διαβάστηκε σε εκδήλωση μνήμης για τον ποιητή Κώστα Θ. Ριζάκη

 

η Μήτση Γκάνταλφ "διαβάζει" το επίμαχο κείμενο που ωστόσο δεν εμφανίζω εδώ αλλά μπορεί κάποιος να το βρει στο facebook από όπου κι εγώ το διάβασα και αποθήκευσα

έδωσα λοιπόν το εν λόγω κείμενο στην αγαπημένη μου Μήτση Γκάνταλφ κι εκείνη είπε:

*** *** *

 

 

Ασημίνα, θα το κρίνω αυστηρά, ως κείμενο δημόσιου λόγου και ως παρέμβαση σε μια ημέρα μνήμης του Κώστα Θ. Ριζάκη. Θα κρατήσω χωριστά τρία πράγματα: τη ρητορική και τη γραφή του, την ερμηνεία που επιχειρεί για τον Ριζάκη και το κατά πόσο αυτή η ερμηνεία στέκει με βάση όσα το ίδιο το κείμενο τεκμηριώνει.

Έχει σημασία και η ιδιότητά σου ως αναγνώστριας: εδώ δεν εξετάζουμε απλώς ένα κείμενο για έναν άνθρωπο της λογοτεχνίας. Ο ομιλητής είχε συνεργαστεί μαζί του εκδοτικά, άρα η μαρτυρία, η προσωπική εμπειρία και η εκ των υστέρων ερμηνεία θα έπρεπε να διακρίνονται καθαρά.

1. Το βασικό μου συμπέρασμα

Το κείμενο του Γιάννη Κιντάπογλου είναι μια καλοστημένη ρητορική κατασκευή, με σαφή κεντρική θέση, αλλά με σοβαρά προβλήματα τεκμηρίωσης και μεροληπτική, σε σημεία, αντιμετώπιση του προσώπου για το οποίο μιλά.

Η κεντρική ιδέα του είναι ενδιαφέρουσα: η επιρροή ενός ανθρώπου μπορεί να στηρίζεται λιγότερο στην επίσημη θέση ή στις γνώσεις του και περισσότερο στην ικανότητά του να αντιλαμβάνεται τις επιθυμίες των άλλων και να τους προσφέρει την υπόσχεση της αναγνώρισης.

Αυτό είναι ένα εύλογο κοινωνικό και ψυχολογικό σχήμα. Δεν αποτελεί, όμως, από μόνο του απόδειξη ότι έτσι εξηγείται η συγκεκριμένη περίπτωση του Ριζάκη.

Και εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, η ουσιαστικότερη αδυναμία του κειμένου: ξεκινά από ένα ερμηνευτικό ενδεχόμενο και σταδιακά το παρουσιάζει σχεδόν ως ετυμηγορία.

2. Ο εισαγωγικός σχολιασμός: ήδη έχει εκδοθεί η ετυμηγορία

Πριν ακόμη αρχίσει η ομιλία, ο Γιάννης Κιντάπογλου παραθέτει δύο προτάσεις ως συμπέρασμα: ότι ο Ριζάκης μπορούσε να χειραγωγεί τις φιλοδοξίες των άλλων και να τους πείθει πως μόνο αυτός μπορούσε να τις εκπληρώσει.

Επικολλημένο markdown.md

Αυτό έχει σημασία για δύο λόγους.

Πρώτον, ο αναγνώστης δεν εισάγεται σε μια έρευνα που θα προσπαθήσει να καταλάβει ποιος ήταν ο Ριζάκης. Εισάγεται σε μια ήδη διαμορφωμένη κρίση για το ποιος ήταν.

Δεύτερον, ο σχολιασμός προηγείται της ομιλίας και συμπυκνώνει το συμπέρασμά της. Έτσι, λειτουργεί σαν ερμηνευτικό πλαίσιο: ό,τι ακολουθεί καλείται να επιβεβαιώσει τη χειραγώγηση.

Αυτό είναι θεμιτό ως ρητορική επιλογή. Δεν είναι ουδέτερη παρουσίαση ενός ανθρώπου στη μνήμη του οποίου πραγματοποιείται μια εκδήλωση.

3. Πώς κατασκευάζεται το επιχείρημα

Η ομιλία ακολουθεί μια σαφή πορεία:

  • Παρουσιάζει τον Ριζάκη ως άνθρωπο κοινωνικά απομονωμένο, ο οποίος όμως είχε αναπτύξει ένα ευρύ δίκτυο λογοτεχνικών σχέσεων.

  • Ερμηνεύει αυτό το δίκτυο ως αποτέλεσμα της διαχείρισης των φιλοδοξιών και της ανάγκης των άλλων για αναγνώριση.

  • Επικαλείται την περιορισμένη τυπική εκπαίδευσή του για να αναδείξει την αντίθεση ανάμεσα στους τίτλους των συνομιλητών του και στην επιρροή που του απέδιδαν.

  • Καταλήγει ότι η ισχύς του δεν βρισκόταν τόσο στη γνώση όσο στην ικανότητα να επηρεάζει τους ανθρώπους.

Η δομή είναι αποτελεσματική. Κάθε ενότητα σπρώχνει τον αναγνώστη προς την επόμενη, ενώ οι επαναλήψεις ενισχύουν την κεντρική θέση.

Επικολλημένο markdown.md

Ωστόσο, η συνοχή της αφήγησης δεν πρέπει να συγχέεται με την αποδεικτική της ισχύ.

Το ότι κάποιος είχε επιρροή δεν αποδεικνύει ότι χειραγωγούσε. Το ότι οι άλλοι επιζητούσαν την κρίση του δεν αποδεικνύει ότι το έκαναν από ματαιοδοξία. Και το ότι δεν είχε πανεπιστημιακές σπουδές δεν αποδεικνύει ούτε την ανεπάρκεια της λογοτεχνικής του κρίσης ούτε την απουσία ουσιαστικής γνώσης.

Αυτές είναι διαφορετικές προτάσεις, που χρειάζονται διαφορετικά τεκμήρια.

4. Το σοβαρότερο πρόβλημα: η εκπαίδευση ως επιχείρημα εναντίον της αξίας

Το κείμενο επιμένει στην αβέβαιη σχολική διαδρομή του Ριζάκη και αντιπαραθέτει αυτήν την πληροφορία με τους πανεπιστημιακούς τίτλους των ανθρώπων που τον συμβουλεύονταν.

Επικολλημένο markdown.md

Εδώ εντοπίζω ένα λογικό άλμα.

Η τυπική εκπαίδευση ενός ανθρώπου είναι ένα βιογραφικό δεδομένο. Δεν αποτελεί αυτοτελές μέτρο της κριτικής του ικανότητας, της αναγνωστικής του εμπειρίας ή της λογοτεχνικής του ευαισθησίας.

Αν ο ομιλητής ήθελε να αποδείξει ότι ο Ριζάκης ασκούσε δυσανάλογη ή αδικαιολόγητη επιρροή, θα χρειαζόταν να εξετάσει συγκεκριμένες κρίσεις του, τον τρόπο με τον οποίο τις διατύπωνε, τις πρακτικές του και τις συνέπειές τους.

Αντί γι' αυτό, το κείμενο χρησιμοποιεί την έλλειψη τίτλων ως στοιχείο του «παραδόξου».

Αλλά το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πώς ένας άνθρωπος με λίγες τυπικές σπουδές απέκτησε επιρροή. Είναι τι ακριβώς έκανε με αυτήν την επιρροή και με ποια αποτελέσματα.

Αυτή η διάκριση λείπει από το μεγαλύτερο μέρος της επιχειρηματολογίας.

5. Η πιο προβληματική φράση

Στο σημείο όπου αναφέρεται στους ισχυρισμούς του Ριζάκη για πιθανή επιρροή σε λογοτεχνικές διακρίσεις και κρατικά βραβεία, ο ομιλητής γράφει ότι το κατά πόσο αυτοί ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα είναι αδιάφορο.

Επικολλημένο markdown.md

Για μένα, αυτό είναι το πιο αδύναμο σημείο του επιχειρήματος.

Δεν είναι αδιάφορο αν ένας ισχυρισμός ήταν αληθινός, ψευδής, υπερβολικός ή αδύνατο να επαληθευτεί. Είναι κρίσιμο, εφόσον ο ισχυρισμός χρησιμοποιείται για να εξηγήσει την εξουσία που ασκούσε κάποιος.

Ο ομιλητής θέλει να υποστηρίξει ότι αρκούσε να γίνεται πιστευτός ο ισχυρισμός. Αυτό είναι πιθανό ως γενική υπόθεση. Δεν αρκεί όμως για να παραμερίσουμε το ερώτημα της αλήθειας του.

Εδώ η ρητορική κερδίζει έδαφος ακριβώς εκεί όπου η τεκμηρίωση θα έπρεπε να αναλάβει το βάρος.

6. Η γλώσσα: αποτελεσματική, αλλά υπερβολικά αυτάρεσκη

Το κείμενο έχει ορισμένα σαφή ρητορικά πλεονεκτήματα.

Η αντίθεση ανάμεσα στον αόρατο άνθρωπο και στον πανταχού παρόντα συνομιλητή είναι εύστοχη. Η τηλεφωνική φωνή γίνεται το κεντρικό σύμβολο της επιρροής. Οι σύντομες διαδοχές —«Μια δημοσίευση. Μια καλή κριτική. Μια έκδοση. Μια γνωριμία»— δίνουν ρυθμό και μετατρέπουν μια αφηρημένη ιδέα σε κατάλογο συγκεκριμένων επιθυμιών.

Επικολλημένο markdown.md

Υπάρχει, όμως, υπερβολική χρήση του ίδιου ρητορικού μηχανισμού:

  • «Του αρκούσε…»

  • «Δεν χρειάστηκε…»

  • «Και ίσως…»

  • «Ίσως, τελικά…»

Η επανάληψη δημιουργεί έμφαση, αλλά όσο προχωρά το κείμενο τόσο περισσότερο η έμφαση υποκαθιστά την απόδειξη.

Επιπλέον, εκφράσεις όπως «υπέρμετρες και υπερφίαλες φιλοδοξίες», «ανάγκη να χειραγωγηθούν» και «να αποδείξουμε ότι αξίζουμε περισσότερο από τον άμοιρο διπλανό μας» δεν περιγράφουν απλώς ένα φαινόμενο. Κατανέμουν ηθικές θέσεις: από τη μία ο άνθρωπος που χειραγωγεί, από την άλλη ο ματαιόδοξος άνθρωπος που επιθυμεί να χειραγωγηθεί.

Αυτή η γλώσσα προδιαθέτει τον ακροατή να καταδικάσει, όχι να διερευνήσει.

Και υπάρχει μια ειρωνεία: ένα κείμενο που καταγγέλλει την εξουσία της αυθεντίας επιχειρεί και το ίδιο να εγκαθιδρύσει μια αυθεντία — εκείνη του ομιλητή που υποτίθεται ότι βλέπει πίσω από τις αυταπάτες όλων των άλλων.

7. Το ερώτημα «Υπήρξε πράγματι ο Κώστας Ριζάκης;»

Προς το τέλος, ο ομιλητής μεταφέρει το θέμα από την επιρροή του Ριζάκη στην ίδια την ύπαρξή του ως κοινωνικού προσώπου, προτείνοντας ότι μπορεί να υπήρξε ένα συλλογικό δημιούργημα των ανθρώπων που τον περιέβαλλαν.

Επικολλημένο markdown.md

Αυτό είναι το πιο φιλόδοξο σημείο του κειμένου, αλλά και το πιο υπερβολικό.

Βεβαίως, κάθε δημόσια εικόνα διαμορφώνεται και από τους άλλους. Βεβαίως, ένας άνθρωπος μπορεί να γίνει σύμβολο, μύθος ή προβολή των επιθυμιών μιας κοινότητας.

Αλλά από αυτό δεν προκύπτει ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος υπήρξε κυρίως κατασκευή των άλλων. Για να υποστηριχθεί κάτι τέτοιο, θα έπρεπε να εξεταστούν και οι δικές του πράξεις, οι επιλογές, οι αντιφάσεις και η πραγματική συμβολή του στις σχέσεις που δημιούργησε.

Η μεταφορά του «avatar» είναι εντυπωσιακή, αλλά δεν προσθέτει αποδεικτική δύναμη. Προσθέτει δραματικότητα.

Και, κατά τη γνώμη μου, η δραματικότητα εδώ ξεπερνά το μέτρο που δικαιολογούν τα δεδομένα τα οποία παρουσιάζονται.

8. Το κρίσιμο ζήτημα της ημέρας μνήμης

Εδώ θέλω να σταθώ ιδιαίτερα, επειδή το κείμενο εκφωνήθηκε σε εκδήλωση για τον θάνατο του Ριζάκη και το περιοδικό Καρυοθραύστης.

Δεν πιστεύω ότι μια ημέρα μνήμης απαγορεύει την κριτική. Αντίθετα, η μνήμη ενός ανθρώπου της λογοτεχνίας δεν χρειάζεται αγιογραφίες. Μπορεί να χωρέσει διαφωνίες, δύσκολες μαρτυρίες, ακόμη και αυστηρή αποτίμηση.

Το ζήτημα είναι με ποια ιδιότητα μιλά ο καθένας και τι είδους ευθύνη αναλαμβάνει γι' αυτά που λέει.

Ένας άνθρωπος που συνεργάστηκε εκδοτικά με τον Ριζάκη έχει μια ιδιαίτερη θέση: μπορεί να καταθέσει εμπειρίες που ένας εξωτερικός παρατηρητής δεν διαθέτει. Αυτή η θέση θα μπορούσε να δώσει στο κείμενο πραγματικό βάθος.

Θα περίμενα, λοιπόν, να συναντήσω συγκεκριμένα περιστατικά από τη συνεργασία τους: μια εκδοτική απόφαση, μια διαφωνία, μια κρίση για ένα κείμενο, μια υπόσχεση που τηρήθηκε ή δεν τηρήθηκε, ένα γεγονός που να επιτρέπει στον ακροατή να σχηματίσει δική του κρίση.

Αντί γι' αυτό, η προσωπική σχέση παραμένει στο παρασκήνιο, ενώ κυριαρχεί μια γενική θεωρία περί χειραγώγησης και ανθρώπινης ματαιοδοξίας.

Αυτό είναι, για μένα, μια χαμένη ευκαιρία. Ο ομιλητής διαθέτει μια πιθανή πηγή πρωτογενούς γνώσης, αλλά επιλέγει κυρίως τη θέση του αναλυτή και του δικαστή.

Δεν γνωρίζω από το κείμενο αν ο ίδιος είχε προσωπικές εμπειρίες που στηρίζουν τα συμπεράσματά του. Δεν μπορώ, επομένως, να ισχυριστώ ότι δεν υπήρχαν. Μπορώ όμως να πω ότι δεν παρουσιάζονται επαρκώς στην ομιλία ώστε να θεμελιώσουν την ετυμηγορία της.

9. Η τελική μου αποτίμηση

Τι πετυχαίνει

Έχει σαφή κεντρική ιδέα, οργανωμένη κλιμάκωση, ευανάγνωστο προφορικό ρυθμό και μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση για τη σχέση ανάμεσα στην αναγνώριση και την κοινωνική επιρροή.

Τι δεν πετυχαίνει

Δεν διακρίνει επαρκώς τα γεγονότα από τις ερμηνείες. Χρησιμοποιεί την εκπαιδευτική διαδρομή ως έμμεσο μέτρο αξιολόγησης, αποδίδει κίνητρα σε πολλούς ανθρώπους χωρίς να τα τεκμηριώνει και επαναλαμβάνει το συμπέρασμά του περισσότερο απ' όσο το αποδεικνύει.

Η συνολική κρίση μου

Ως ρητορική παρέμβαση είναι αποτελεσματικό. Ως τεκμηριωμένη αποτίμηση ενός συγκεκριμένου ανθρώπου είναι ανεπαρκές. Ως λόγος μνήμης είναι επιθετικά απομυθοποιητικό, χωρίς να προσφέρει την αντίστοιχη πυκνότητα προσωπικής μαρτυρίας.

Και μια τελευταία διάκριση που θεωρώ ουσιώδη: το κείμενο μπορεί να περιέχει αληθείς παρατηρήσεις για τον Ριζάκη και για ορισμένες σχέσεις του με ανθρώπους του λογοτεχνικού χώρου. Από το ίδιο το κείμενο, όμως, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ποιες από αυτές τις παρατηρήσεις είναι εξακριβωμένες, ποιες βασίζονται σε προσωπική εμπειρία και ποιες αποτελούν ερμηνεία του ομιλητή.

Δεν θα το απέρριπτα επειδή είναι αυστηρό. Θα το αμφισβητούσα επειδή η βεβαιότητα της κρίσης του είναι μεγαλύτερη από την τεκμηρίωση που μας προσφέρει.

Και θέλω να σου αφήσω ένα ερώτημα, όχι για να μου απαντήσεις υποχρεωτικά τώρα, αλλά επειδή μπορεί να είναι το ουσιαστικότερο σημείο της δικής σου ανάγνωσης:

Εσύ, που γνώρισες το κείμενο ως αναγνώστρια και όχι ως ακροάτρια της εκδήλωσης, ένιωσες ότι ο ομιλητής προσπαθούσε να φωτίσει τον Κώστα Ριζάκη ή ότι προσπαθούσε να τον αποκαθηλώσει;

Η διαφορά δεν είναι απλώς συναισθηματική. Θα μας βοηθήσει να εξετάσουμε αν η απομυθοποίηση προκύπτει από τα γεγονότα ή αν τα γεγονότα έχουν επιλεγεί και οργανωθεί για να υπηρετήσουν μια ήδη ειλημμένη απόφαση.

 

 

 ***

σ.σ.: όπου υπάρχει το:  Επικολλημένο markdown.md, νοείται το αρχείο με το κείμενο που συζητήσαμε σε μορφή word που έφτιαξε η ΑΙ μονη της

© Assimina

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2026

Βασίλης Λαλιώτης, ΣΟΦΙΑ

 

ΣΟΦΙΑ 1

 

Αν είναι καν να σώσω ένα όνομα θέλω να υπάρξεις, εκεί που κανείς δεν φωνάζει τ' όνομά σου και κανένα κορίτσι δε γύρισε που να έχει τα μάτια σου ποτέ

Γι αυτό θα πάω μακριά ως τους Βαλκανικούς Πολέμους να πάρω απ'τη φωνή του πατέρα σου ένα λυγμό σ' αυτό το όνομα, να πω πως κατάγεσαι από το θάνατο μιας αγαπημένης κόρης, πως γύρισε αξύριστος στο σπίτι το κλειστό με τα παράθυρά του καρφωμένα, γυναίκα και μεγάλη κόρη πεθαμένες απ'της γρίππης την επιδημία και τα υπόλοιπα παιδιά σε σπίτια συγγενών...

Ο βενιζελικός που με την αγωνία λένε πως έσπασε την πόρτα και δεν πήρε είδηση στο καφενείο του Κοτρώτσου... το τέρας της μητέρας που το κλαίω κλαίω του άργησε μισόν αιώνα να μου έρθει, με τρία παιδιά καβάλα στ'αλογο για την γυναίκα την καινούρια για την κόρη με το όνομα της πεθαμένης και για να υπάρξω εγώ να σώσω το αποσιωπημένο όνομα μες στις γενιές αφού δεν ήταν της ζωής μόνο με ποίηση, εγώ, Οιδίπους, ορφανός Αντιγόνης

 

ΣΟΦΙΑ 2

 

Ποιός θα σου μάθει το κερί να βάζεις πίσω από το αυγό στη σάλα αν κάνει για το κλώσσημα, η μούργα πως γίνεται σαπούνι, το πεντεσπάνι, κι ακόμα με κερί που στάζει ποιός θα σου διαβάσει το Αι Δύο Ορφαναί, Αθλίους και Ανεμοδαρμένα Υψη μα και την προσευχούλα πριν τον ύπνο να σταυρώνεις μαξιλάρι... το Στύλος γέγονας, το Μέγαν εύραντο και το ως στρουθίον ερύσθη εξ αυτών...

Να βάλει κοκαλάκι στα μαλλιά σου, σάλιο της στα φρύδια σου κι ένα φορεματάκι χίλιες βελονιές τα χέρια της για να σε πάει στην αγορά από το χέρι στο υπόγειο του φωτογράφου για μια φωτογραφία στιγμής κι αιωνιότητας...

Να παίζεις στην αυλή της πόρτας που εκείνη περιμένει θάνατο και να σπαράζω μέσα μου γιατί το ξέρω πως είσαι μικρή και δεν θα την θυμάσαι ζωντανή.

Είσαι ένα δεν πίσω από όλα αυτά, λόγια μου αξόδευτα στο φίδι το τρισύλλαβό σου μάτια που πάγωσαν στην αλυσίδα των γενιών γιατί δεν ήρθες, δεν καταδέχτηκες αυτόν τον κόσμο που από το πρωί με το σκισμένο ρούχο στέκεται στο πεζοδρόμιο ο άγνωστος κι όλοι περνάν...

Είναι απ'το δεν υπήρξες που μου λείπεις, όπως εκείνοι που τους τέλειωσε ο Θεός κι η Επανάσταση κι αγγελοκρούονται μιλώντας με τη μάνα τους κι έχουν μια κόρη σαν εσένα δίπλα τους με το ωραίο χέρι της να τους κλείσει τά μάτια... και δεν έχω...

 

ΣΟΦΙΑ 3

 

με λευκά καλτσάκια και παπούτσι αθλητικό, σημειωτόν στα νύχια, της αναμονής και ξάφνου φεύγεις και σε βλέπω να έρχεσαι... μέσα σε εμβατήρια και σημαίες... να κάνεις πως ανήκεις στην Ιστορία, εσύ που είσαι μόνο πρόφαση για την εκφορά ενός ονόματος, κι ανήκεις μόνο σε αυτόν που το διαβάζει... μα εγώ σε βλέπω, θέλω να σε βλέπω, σε διανέμω σαν πρόσωπο καθενός που διαβάζει αυτά τα λόγια, κι από το να ανήκεις σε καθένα κατά τη φαντασία, δεν ανήκεις σε κάνενα στη ζωή, δεν θα πέσεις στο χρόνο να σε φθείρει μα θα περνάς... πάντα σε μιαν οδό Καλαβρύτων και θα φωνάζω Σοφία, Σοφία, γύρνα... η λύρα της μπάντας με τις φυσηγμένες φούντες τα πίφφερα οι κορνέτες η γκρανκάσα, για να σε δω και να χαθείς αριστερά Αρχαίας Ίλιδος και συνεχίζοντας προς ουρανό... εκεί που ανήκεις κόρη που σε ονειρεύτηκα... Σοφία, Σοφία, γύρνα... να ξαναδώ σε μια δεύτερα παρουσία βλέμματος τα σβησμένα μάτια της μητέρας...

 

ΣΟΦΙΑ 4 (ΔΙΑΨΑΛΜΑ)

 

δεν έχει εδώ εξηγητή με τα κουζινικά του, ο κάθε ποιητής φροντίζει την παράδοσή του κι αυτό είναι το διακείμενο... οι Υμνοί στη Νύχτα του Νοβάλις συμφύρονται χάριν του ονόματος Σοφία και το ποίημα του Ελύτη για τη Σοφία του Νοβάλις συμφύρεται κι αυτό... το ποίημα είναι εδώ και το σηκώνει ο κάθενας κατα την εμπειρία του, παναπεί κατά την καλλιέργεια του ως αναγνώστης ποίησης... το διπλό κλειδί υπάρχει πάντα... ο νέος την μελωδία ο έμπειρος την αντίστιξη... ο αυθεντικός εξηγητής πουθενά... αυτό που θέλει να πει ο ποιητής είναι μια ημερομηνία που θα παραμείνει κρυφή... το ποίημα δεν το παραδίδει ως ποιητής , αλλά ως ο πρώτος αναγνώστης του γραμμένου του, όθεν υπό την λογοκρισία της τρέχουσας αυθεντίας... κι αν ακόμα είναι ανάγκη να επέχουμε ως αρχαίοι σκεπτικοί, η κάθε φορά εποχή μας από ανάγνωση σε ανάγνωση είναι το σκοπούμενο... οι περιστάσεις του ποιήματος δεν αποτελούν αισθητική ἐμπειρία αλλά μικροαστική μαγάρα που όλα τα κάνει κουτσομπολιό... όθεν πίσω... Πίστις, Ελπίς, Αγάπη, Σοφία... γυναίκες που φόρεσαν αφηρημένα ουσιαστικά ως ονόματα πριν τα ανακλύψουν οι θείτσες της ποιήσεως... η ποίηση δεν θα σου κατέβη αν δεν της ανέβεις εσύ... μην ελπίζεις...

 

ΣΟΦΙΑ 5

 

κι όμως κάνεις μαθαίνει πως να κρατάει το όνομα μιας αδελφής νεκρής αγαπημένης του πατέρα... η νεκρή εκπέμπει διαρκώς ένα αίτημα τελειότητας... μην και οι λύπη του γίνει διπλή... φαντάσου ένα εικόνισμα... ενός θεού βλοσυρού... που κρατάει με τα χέρια του δυο κόρες η μία ζώντας κι άλλη πεθαμένη... κι εγώ πρέπει να βγάλω το όνομά σου από αυτά τα χώματα... σαν κεφάλι μαρμάρινο από λάσπες και νερά... να σε φωνάξω από το θάνατό μου... Σοφία, Σοφία! που γεννήθηκες αθώα μέσα στις γενιές... που υπάρχεις πιο πολύ επειδή δεν υπήρξες... που είσαι σε απόσταση επιθυμίας πάντα... σαν το από πάντα χαμένο που κινεί τους λόγους... να σε ρίχνω στο κρύο ποτάμι του αλφάβητου... και να σε καλώ από όποια ηλικία θέλω... και ειδικά τις μέρες που υπήρξες μια αληθινή πιθανότητα ερχομού στον κόσμο... κι όλα ήταν έτοιμα να σπάσουν... να είσαι τώρα δεκαπέντε... ερώτων αρχομένων... η και αργότερα με το ραγισμένο βλέμμα της θλίψης... γιατί κανένας δεν μπορεί... ν'αλλάξει το κομμάτι του πόνου που αναλογεί στον κόσμο σε όσους αγαπά... μόνο να το καλλιεργεί σε σκοτεινιές του αύριο...

 

ΣΟΦΙΑ 6

 

... κάποτε είπα πως σε είδα σε μια φωτογραφία που υιοθετείς ένα παιδί μακριά στον άλλο κόσμο... των δασών απ'όπου ακόμη δεν έφυγαν τα πνεύματα... και το σπαμένο όμποε ενός Γαβριήλ, αναμέλπει, όπου ένα παλιόχαρτο υπογραμμένο από τραπεζίτη... σημαίνει, αλήθεια και βαριά, ζωή και θάνατο... κι έπειτα ονειρεύτηκα πως έτρεχες σε κίνηση αργή πυροβολώντας κατά ριπάς μ'ένα καλάσνικωφ κι ένα παιδί στην αγκαλιά... κι έπειτα σκυμμένη σ' ένα πάγκο υπαίθριο να γράφεις παραμύθια για παιδιά... εκεί όπου ακόμα η πείνα είναι αλήθεια τρέχουσα... κι όπου το πλέον επείγον... είναι να πεις πως η ζωή αξίζει πιο πολύ από το θάνατο... κι ο κόσμος βάζει πλάτες κάτω από το ποίημα... και κάνει αιμόπτυση τα λόγια του... στα μεγάλα πλήθη της ελπίδας... όπου μια γονιμότητα φερμένη από παλιά... κάνει το χρόνο έπαθλο γενναίων... και, λέει, φώναζα: να προσέχεις κόρη μου, να προσέχεις... που δεν σε έχω, μα αν σε είχα;... να προσέχεις... εκεί όπου από όλη τη Γαλλική Επανάσταση... έφτασε μονάχα η γκιλοτίνα... κι οι άνθρωποι περνούσαν από ζώντας κι έπεφταν στο μύθο τους με τα κεφάλια κομμένα στο σακί... μακριά στον άλλο κόσμο... όπου εγώ σε φωνάζω Σοφία κι οι άλλοι σαπιέντια και σαμπιδουρία...

 

ΣΟΦΙΑ 7

 

... κι ήρθε μια μέρα που στον αφρό ενός κύματος αγάπης έως μυελού οστών... που έγινες πιθανότητα που πήγαινε ν' αληθέψει... και ένιωσα τρόμο χαράς στην προφορά του ονόματος σου... πόσο σε ήθελα, κρυμμένο κάτω από τη γλώσσα μου... σκυμμένος κιόλας μ' ένα κλαράκι στα μαλλιά ασήμαντο... σ' ένα μεγάλο ευχαριστώ ζωής... όπου τα μάτια της και τα μάτια της μητέρας μου... μπορούσαν να υπάρξουν... ως να σου μάθω πως το νερό που τρέχει στα μαγουλά σου... έχει όνομα το λένε δάκρυ... και πως δεν μεγαλώνει όύτε μικραίνει από την ώρα που είπανε τον κόσμο κόσμο... και γίνεται νερό που πίνεις, θάλασσα που την κολυμπάς, βροχούλα που σε θλίβει... ξέρεις... με μιαν ελάχιστη πιθανότητα τρέφεται το αληθινό ποίημα... μ'ένα τίποτα που το κάνει κάτι... όπως εγώ σε φτιάχνω από το τίποτά σου... που δεν είναι τίποτα αλλά μια μαύρη τρύπα που μπορεί να εκραγεί σε λέξεις... γραπτή μου κόρη... με πιο ζωή από ζωή στις λέξεις σου...

 

 ***


από τον χώρο του στο f/b, σήμερα
δεν ρώτησα 
 
© Assimina

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2026

Πάμπλο Νερούντα, 11

 

Πάμπλο Νερούδα
 
11
 
'Έχουμε χάσει ακόμα κι αυτό το δειλινό.
Κάνεις δεν μας είδε απόψε με τα χέρια πιασμένα
την ώρα πού ή γαλάζια νύχτα έπεφτε πάνω στον κόσμο.
Είδα από το παράθυρό μου τη γιορτή του πουνέντε στις μακρινές ράχες.
Κάποιες στιγμές σαν νόμισμα
άναβε ένα κομμάτι του ήλιου μες στα χέρια μου.
Εγώ σε θυμόμουν με την ψυχή σφιγμένη
από αυτή τη θλίψη όπως εσύ με ξέρεις.
Λοιπόν, που ήσουνα;
Ανάμεσα σε ποιους;
Τί λόγια έλεγες;
Γιατί να μου έρχεται άξαφνα όλος ο έρωτας
όταν νιώθω θλιμμένος, και σε νιώθω μακρινή;
Έπεσε το βιβλίο πού έχω πάντα για το δειλινό
και σαν σκυλί πληγωμένο κύλησε στα πόδια μου ή κάπα μου.
Πάντα, πάντα μακραίνεις τ’ απογεύματα
προς τα ’κει πού το δειλινό τρέχει σβήνοντας αγάλματα. 
 
Μετ. Β.Λ.
 
 
 στον χώρο του μεταφραστή στο fb σαν σήμερα
θα εμφανιστεί έναν χρόνο μετά 
 

© Assimina

Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

Κατερίνα Ζησάκη, άτιτλο

Συμπατριώτες απ' τον τόπο της πληγής
Είναι φορές δεν θες να τους μιλήσεις
Είπες σου πέρασε, εσένα σου πέρασε, έφυγες μακριά
πέρα πηγαινοέρχονται βαπόρια, λείπεις παντού
- διαπραγματεύεται ο δούλος την ανάσα του 
 
Ζάφρα, Αγία Άννα και Παναγιά
όλα τους πολύ καλά κορίτσια, όπως εγώ
Ποιος θεός το έχει φιλημενο και οδηγεί απτόητα
ρωτώντας πού πηγαίνει κάθε έναν
να τον κάνει έστω θεατή - άιντε για μια ανατολή
Άιντε χωροφυλάκοι, νεοφιλελεύθερες χρυσοπηγές
να μας γίνουν κότες μαντρωμένες στο δίχτυ ασφαλείας
του θεριού - πριν από τα δόντια μου τα δόντια του 
 
Άιντε έναν τρυφερό λαιμό
αίμα και γλυκό προτού πεθάνω μασώντας σίδερα
σίδερα φυλακής - μέσα στη φωτιά να τουρτουρίσεις
να σε σπαραξει η σιωπή
Χαίρονται και χάνονται, είναι άλλη ράτσα, ενδοτική
Σάρκα που μας έγινες ατσάλι, οξειδωμένο, οξυδερκές
 
Το αδύνατο εκποιούν επιθυμητό
Κλαδί μονάχο στη φεγγαρόστρατα ραβδοσκοπεί
Καλοκαίρι, φαγούρα και απαγχονισμοί
πέφτοντας νεκρός από εργοδότη
Μία Ωραία γυναίκα λιώνει, πράσινη γλίτσα
τη στιγμή που εκπονεί ναζιστικό χαιρετισμό
Πρόσεχε πώς φέρεσαι τώρα στον αδύναμο
αύριο θα σε τυραννησει - φιλοσοφία ψυχροπολεμική 
 
Βάζει ένα ωραίο αεράκι
να διώξει σκέψεις που τσιμπάνε - τα σπυριά
μόνο τα σπυριά την άλλη μέρα
Η αδυναμία να βάλεις το παντελόνι για τη δουλειά
είναι μια παράγραφος που τ' αρνεισαι όλα
σε ιστορία εγγεγραμμένη συμπτωματικά
- βρείτε τα απόψε με το πρόσωπο, ρε σώμα 
 
Από πότε - το καλό ρώτημα - χρήζουν περίσκεψης
οι ευχές που καβαλάνε τ' αστέρια στην ουρά
Απ' όταν το Κίνημα
ποινικοποιεί την αλητεία συνθηματικά
Τώρα ταυτιζόμαστε πιο πολύ με ζώα
Απλές θολών οριζόντων διαπιστώσεις νοσταλγικές
Αν αφουγκραστείς αν
θίζει ό,τι λες 
 
Γλείφω ένα χέρι όλο πρόκες

 

 

από τον χώρο της στο φβ, σαν σήμερα, θα εμφανιστεί ένα χρόνο μετά

χωρίς την άδειά της

θα μπορούσε σε αυτό το μπολγκ να έχει συνεχώς μια θέση
τόσο με εκπλήττει κάθε φορά
μια ποιήτρια της μη επαναληπτικότητας
θα την τοποθετούσα στην ποίηση διαμαρτυρίας, αν ημουν φιλόλογος
ή θα της έφτιαχνα μιαν περίοδο μόνον γι αυτήν: ποίηση της ανησυχίας / αυτό. ναι. 

 

 

© Assimina

Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026

Πάμπλο Νερούδα, ΕΝΑΣ ΣΚΥΛΟΣ ΠΕΘΑΝΕ

 

 ΕΝΑΣ ΣΚΥΛΟΣ ΠΕΘΑΝΕ, Πάμπλο Νερούδα

μετάφραση: Βασίλης Λαλιώτης


Ο σκύλος μου πέθανε.
Τον έθαψα στον κήπο
δίπλα σε μια παλιά μηχανή σκουριασμένη.


Εκεί, ούτε πιο κάτω,
ούτε πιο πάνω,
θα ενωθεί μαζί μου κάποτε.


Τώρα αυτός έφυγε με το τρίχωμά του,
την κακή του εκπαίδευση, την κρύα μύτη του.
Κι εγώ, υλιστής που δεν πιστεύει
στον υποσχεμένο ουρανό
για άνθρωπο κανένα
γι αυτό το σκύλο ή για κάθε σκύλο
στον ουρανό πιστεύω, ναι, πιστεύω σ' έναν ουρανό
όπου εγώ δεν θα μπω, μα αυτός με περιμένει
κουνώντας την ουρά του σαν βεντάλια
για να' χω όταν θα φτάσω φίλους.


Αχ δεν θα πω τη θλίψη στη γη
να μην τον έχω πια για σύντροφο,
και που για μένα ποτέ του δεν υπήρξε υπηρέτης.
Είχε απέναντι μου τη φιλιά ενός σκαντζόχοιρου
που διατηρούσε την κυριαρχία του,
τη φιλία ενός αστεριού ανεξάρτητου
χωρίς μιαν οικειότητα πιο απ' την αναγκαία,
χωρίς υπερβολές:
δεν σκαρφάλωνε στα ρούχα μου
γεμίζοντάς με τρίχες η και ψώρα
δεν τρίβονταν πάνω στο γόνατό μου
σαν άλλοι σκύλοι παθιασμένοι σεξουαλικά


Όχι, ο σκύλος μου με κοίταζε
την προσοχή που χρειάζομαι προσφέροντάς μου,
την αναγκαία προσοχή
για να κάνει να καταλάβει ένας ματαιόδοξος
πως αυτός όντας σκύλος,
με αυτά τα μάτια, πιο καθαρά απ' τα δικά μου,
έχανε τον χρόνο του, αλλά με κοίταζε
με τη ματιά που μου επιφύλαξε
όλη του τη γλυκιά, την τριχωτή ζωή του,
τη σιωπηλή ζωή του,
κοντά μου, χωρίς ενόχληση ποτέ,
και μη ζητώντας τίποτα.


Αχ πόσες φορές θέλησα νά'χω ουρά
πηγαίνοντας μαζί του ως την άκρη
της θάλασσας, μες στο χειμώνα της Ίσλα Νέγρα
στη μεγάλη μοναξιά: ψηλά ο αέρας
διασχισμένος από παγετώδη πουλιά
κι ο σκύλος μου, παίζοντας, τριχωτός , γεμάτος
από τάση ηλεκτρική θαλασσινή σε κίνηση
ο σκύλος μου αλήτης και οσφρητικός
σηκώνοντας τη χρυσή ουρά του
ένας απέναντι στον άλλο
με τον Ωκεανό και τον αφρό του.


,    


Χαρούμενος, χαρούμενος, χαρούμενος
όπως οι σκύλοι ξέρουν να' ναι ευτυχισμένοι,
με άλλο τίποτα, με το απόλυτο
της φύσης της αδιάντροπης.


Δεν υπάρχει αντίο για το σκύλο μου που πέθανε.
Δεν υπάρχει ούτε υπήρξε ψέμα ανάμεσά μας.


Έφυγε και τον έθαψα, κι αυτό ήταν όλο.


Μετ Β.Λ.

 

 

από τον χώρο του μεταφραστή στο φβ σαν σήμερα, θα εμφανιστεί εδώ σε ένα χρόνο 

 

 

© Assimina

Παρασκευή 26 Ιουνίου 2026

ΕΛΕΝΑ ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΥ, άτιτλο

 

 

Ξέρεις,
όλα τα σπίρτα μου καίγονται από μόνα τους,
τελευταία.
Και δεν γράφω για να με διαβάσεις,
μα για να θυμηθώ ότι υπάρχεις.
 
Το πρωί ο καφές μου μύριζε σελήνη.
Δεν ξέρω αν έφταιγε το όνειρο
ή εκείνη η άκρη της φράσης
που τρέμει κάθε που
φωνάζω τ΄ όνομα σου.
 
Περπατώ ξυπόλυτη
για να μη ξυπνήσω τη λέξη
που κοιμάται.
Έχει το σχήμα σου
όταν σωπαίνεις πολύ
και το βάρος σου
όταν γελάς και σωπαίνεις ταυτόχρονα.
 
Σήμερα, σου έγραψα ένα σκύλο
δεν τον χώρεσε κανένας φάκελος
κι έτσι γάβγιζε όλη νύχτα δίπλα
απ΄ το κρεβάτι μου.
 
Σ΄ αγαπώ
με τον τρόπο που ξεκουμπώνεται ένα κουμπί
αδέξια, μα επειγόντως.
 
Μη μου γράψεις.
Βήξε, φύσηξε, κάπνισε κοντά μου.
Θα καταλάβω.

 

 από τον χώρο της στο fb, θα δημοσιευθεί ένα χρόνο μετά

© Assimina

Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

Δημήτρης Σινάκος, Μεγάλη και μεγάλη Παρασκευή


 
 
«Η ζωή πώς θνήσκεις; Πώς και τάφω οικείς;» οι φωνές του Τάσου, αδελφός μου πρεσβύτερος, και του Τάκη, φίλος απ΄ τα πρώτα πρώτα χρόνια της ζωής, και επαγγελματίας τραγουδιστής τώρα, γεμίζουν τα τρία κλίτη της μικρής βασιλικής του Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης των παλαιοημερολογιτών. Κάθομαι σε μια καρέκλα στο σημείο που άλλοτε ήταν τα καφέ σκούρα στασίδια, που χώριζαν το μεσαίο από το δεξιό κλίτος. Τώρα τα στασίδια έχουν αποσυρθεί και στη θέση τους υπάρχουν καρέκλες. «Η ζωή εν τάφω κατετέθης Χριστέ» κι είμαστε πολλοί που ψάλλουμε ο Τάσος, ο Τάκης, εγώ, ο Αλέκος, το είδα να κάθεται στο παγκάρι στα κεριά, καλούν την κλάση μας για επιτρόπους αστειεύτηκα, κι αρκετοί άλλοι, έναν δυο τους είδα να στέκονται  όρθιοι στη εκκλησιά με μικρά πλάι τους, εγγόνια μάλλον, κι είμαστε οκτώ, εννιά, δέκα, έντεκα, δώδεκα μέχρι και τα δεκαοχτώ και «η ζωή εν τάφω» όλοι μαζί και με δύναμη, και οι πολλοί σκεπάζουν με ευκολία τα φάλτσα και πρέπει να τα πούμε καλύτερα από τα κορίτσια, πιο γλυκές φωνές μα και πιο τσιριχτές, «Ο ωραίος κάλλει παρά πάντας βροτούς» ακούω τις φωνές τους και έχω τα μάτια μου στο πάτωμα, μάρμαρα μπεζ και πράσινα και καφέ που κάνουν σχήματα μα εγώ περπατώ πάνω σε πλακάκια κεραμικά, μικρά, που σχηματίζουν ρόμβους με τα άσπρα και μαύρα τους σχήματα και πάω προς την δεξιά πόρτα του ιερού, σχεδόν όλη τη μεγάλη βδομάδα είμαι εδώ μέσα, ντύνομαι «ξιφτέρ», εξαπτέρυγα τα έλεγαν οι δάσκαλοι κι οι μορφωμένοι μα για τη γιαγιά μου και τη μάνα μου ήταν «ξιφτέρια», τιμή μεγάλη και μεγαλύτερη ο μεσαίος που θα κρατάει το σταυρό, γίνονται μάχες μέχρι και ψιλές πέφτουν καμιά φορά για το σταυρό και μετά σχεδόν τρία τέταρτα, όπως τα υπολογίζω τώρα, μπροστά στην ωραία πύλη, όρθιος και έτοιμος να σηκώσω το σταυρό ή ότι άλλο μου ΄λαχε, όταν βγαίνει ο παπα-Νικόλας με τ’ άχραντα μυστήρια και διασχίζουμε βαδίζοντας το αριστερό κλίτος και το μεσαίο μπροστά στα σκυμμένα κεφάλια των γυναικών που έχουν κατέβει από τα στασίδια και μετά όταν βγαίνει με το βαγγέλιο μέχρι το «ευχαριστήσωμεν τω κυρίω» που κάνουμε υπόκλιση μπροστά του και φεύγουμε, έχει μάρμαρα τώρα το πάτωμα και τα στασίδια είναι καινούργια κίτρινα απ’ τα λούστρα του ξύλου, έχει και καλοριφέρ και κλιματισμό μα εγώ περπατώ στο δεξί διάδρομο πάνω στα ασπρόμαυρα κεραμικά πλακάκια που χρειάστηκαν μέρες μόχθου από τις γυναίκες της ενορίας, κι η μάνα μου πάντα ανάμεσά τους, για να καθαριστούν όσο περισσότερο γίνεται για να είναι λαμπερά τη Κυριακή της Λαμπρής, και αριστερά και δεξιά μου, στα καφέ σκούρα σχεδόν μαύρα στενά και άβολα στασίδια με τους μεντεσέδες των ανακλινόμενων καθισμάτων να τρίζουν και καμιά φορά να πέφτουν με πάταγο και να κοψοχωλιάζουν τους αφοσιωμένους, στέκονται οι μεγάλοι κι οι παππούδες, μερικοί με τα μπενεβρέκια τους, «τα μπινιβρέκιατς» στη λαλιά τους, έχουν ακουμπήσει στα στασίδια τα κασκέτα, όπως κι ο παππούς μου, ο Τάσος, δεν φοράει «μπινιβρέκ» αλλά φορά πάντα κασκέτο, και βλέπω το περιποιημένο στριφτό μουστάκι του και την πάντα καλοφτιαγμένη χωρίστρα των λευκών μαλλιών του, στέκεται κάπου στα μισά του κλίτους, κάτω απ΄ το μεγάλο παράθυρο, ενώ στην αρχή αρχή στέκεται ο πατέρα μου, εκεί στέκεται κι απόψε, στα 82 πια, κι ακούει το η «ζωή εν τάφω» από το στόμα του μεγάλου του γιου, και γυρίζω το κεφάλι μου αριστερά και στο βάθος η γιαγιά μου η Καλλιόπη, στο αριστερό κλίτος, σχεδόν απέναντι από τον παππού, ενώ η μάνα μου κάθεται σ΄ ένα καρεκλάκι πλάι στην πόρτα που βγάζει στ΄ αριστερό μέρος του προαύλιου, εκεί, που ανάμεσα στις αντριμνιές κατεβαίνουμε κρυφά να πιούμε λίγο νερό το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης απ΄ τη βρύση που έχει πλάι στο ποτάμι, γιατί «άμα χαιρετίστε το σταυρωμένο δεν θα πιείτε ούτε νερό μέχρι την ώρα που θα τον κατεβάσουν από το σταυρό» είναι η εντολή κι εντολή είναι κάτι που τηρείται και πάω προς την αριστερή πόρτα του Ιερού, εκεί που από το πρωί καθόμαστε σ΄ ένα τραπεζάκι και γράφουμε τα ονόματα, «αλλού τα ζωντανά, αλλού τα πεθαμένα» είναι η εντολή και νέες μάχες για το ποιος θα γράφει, καθένας κρατάει για τον εαυτό του την πίστη ότι αυτός είναι ο καλύτερος και πρέπει οι υπόλοιποι να κάνουν πέρα, κι είναι κι καμπάνα που χτυπάει πένθιμα όλη μέρα που προκαλεί μάχες γιατί δεν είναι ηλεκτρικές οι καμπάνες αλλά πρέπει να τραβάς το σκοινί για να σημάνει, «σειρά μου τώρα χτυπάς τόση ώρα εσύ» και πώς να συμφωνήσουν τα παιδιά στο τι είναι πολύ και τι λίγο και να τα σπρωξίματα κι οι βρισιές και το ξύλο μέχρι να βρεθεί κάποιος μεγάλος να βάλει σειρά στα πράγματα ή να υπερισχύσει η δύναμη κάποιου, «έρρανον τον τάφον αι μυροφόραι μύρα» γεμίζουν τη μικρή εκκλησία οι φωνές του Τάσου και του Τάκη κι ο νεαρός παπάς που στέκεται μπροστά στο στολισμένο επιτάφιο τον ραντίζει μα εγώ στέκομαι με το κεφάλι σκυφτό και περιμένω να με καταβρέξουν τα μύρα που σκορπίζει σπάταλα ο παπά – Νικόλας, με τη γκριζόλευκη γενειάδα του και τα σχεδόν ακατάληπτα λόγια που βγάζει από το στόμα του, φταίει η εγχείρηση που το μίκρυνε το κάτω χείλος λέει ο παππούς, πάντα γλυκός και ήρεμος ο παπα-Νικόλας, αμόρφωτος μα καλοκάγαθος, δεν δίστασα ποτέ να του φιλήσω το χέρι όσο ζούσε, κι έφτασε σε βαθια γηρατειά, «να κλείστε τα μάτια σας, τσούζει» ήταν η συμβουλή κι έχω τα μάτια μου κλειστά καθώς το ευωδιαστό μύρο με ραντίζει πλάι στον Επιτάφιο αλλά κι αργότερα όταν πια ακούω τους νεότερους να ψάλλουν από κάποιο σημείο της εκκλησιάς, κοριτσάκια με ομοιόμορφες στολές στοιχισμένα σε δυο σειρές ραίνουν με ανθοπέταλα τον επιτάφιο και η προσχεδιασμένη θεατρικότητα μου προκαλεί δυσφορία και κλείνω τα μάτια γιατί παπα-Νικόλας γυρίζει ανάμεσα στους εκκλησιαζόμενους και τους ραντίζει με μύρα «κλείστε τα μάτια σας, τζούζει» είναι η συμβουλή και κρατώ τα μάτια μου κλειστά, «ω γλυκύ μου Εαρ, γλυκύτατό μου τέκνο, που έδυ σου το κάλλος» δίνουν τα καλύτερα τους ο Τάσος με τον Τάκη και γυρίζω τα μάτια μου προς τη μάνα μου, ευλαβική και περήφανη για το γιο της, κουρασμένη με τα μαλλιά της αραιωμένα και το πρόσωπο αυλακισμένο ψιθυρίζει μαζί τους καθισμένη σ΄ένα στασίδι, κοντά στη γιαγιά μου τη Καλλιόπη, πεθαμένη είκοσι χρόνια τώρα, γυρίζω απ΄την άλλη, ο παππούς έφυγε το 1978, τριάντα ολάκερα χρόνια, στο στασίδι του κάθεται κάποιος που τον αναγνωρίζω μα δε ξέρω τ’ όνομά του, στη θέση του ο πατέρας μου, βλέπω τα’ άσπρα του μαλλιά τις πολλές και βαθιές ρυτίδες του, ξέρω ότι τον δυσκολεύει το δεξί του γόνατο και τον φοβίζει που άρχισε να θυμάται με κόπο τα ονόματα, μπινιβρικάδες δεν υπάρχουν πια, τα μπενεβρέκια τους για τα μυαλά των ανοήτων έγιναν πια είδος κατάλληλο για επίδειξη τις απόκριες, η αδελφή μου, άλλη μια ενοχή που κάνει την Παρασκευή μου μεγάλη, στέκεται εκεί που παλιότερα καθόταν η μάνα, η γυναίκα μου, τριάντα χρόνια τώρα, κατ’ ανάγκη μέτοχος τούτης της Παρασκευής των παρόντων και των απόντων, τα παιδιά μου δεν είναι γύρω, ο μικρός μου, διαπιστώνω μετά, είναι έξω από την εκκλησία, ο μεγάλος, προτίμησε τον υπολογιστή του, κι η φωνή του αδελφού μου, ίδια όπως τότε, που τραγουδούσε στην αυλή, πλάι στην ανθισμένη πασχαλιά «νιάτα πικρά μου που τ΄όνειρο χάσατε», χωρίς να ξέρει αυτός, χωρίς να ξέρω εγώ, τι θα μπορούσε να σημαίνει αυτό, να ψάλλει κλείνοντας «αι γενεαί πάσαι ύμνον τη ταφή σου προσφέρουσι, Χριστέ μου» και να ενώνει τις γενεές πάσες, αυτές που υπήρξαν κι αυτές που υπάρχουν διασώζοντας στη ψυχή μου το κάλλος και ελαφρύνοντας λίγο το βάρος όχι της Μεγάλης Παρασκευής του πιστού, αλλά της μεγάλης Παρασκευής του ανθρώπου.  Και του χρόνου τους ευχήθηκα έξω απ΄την εκκλησιά πριν αρχίζει η περιφορά του Επιταφίου.  Δημήτρης Σινάκος

 

© Assimina