Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2022

ΟΛΥΜΠΙΑ ΣΤΑΥΡΟΥ, Βραχνή βροχή




Φταίει ο δικός μου ίσκιος από τις φυλακές Αβέρωφ; Η θεματολογία; Η φόρμα της έκδοσης; Η ποιότητα; Το υπόλευκο; Τα σκίτσα που κοσμούν συνοδεύοντας;

Όλα αυτά μαζί, με τη δική του ιδιαίτερη σημασία το καθένα, με κάνει να θέλω το βιβλίο Βραχνή βροχή της Ολυμπίας Σταύρου, καρφίτσα στο αριστερό πέτο, το μέρος της καρδιάς – όπως οι παλιοί αριστεροί – τιμώντας τα ιερά μου

Η Ολυμπία Σταύρου, μια γυναίκα ώριμη κοινωνικά και ποιητικά, ξεδιπλώνει σε 48 σελίδες το τραγούδι της. Δύναμή της οι ανεπιτήδευτοι στίχοι. Αλλά και το θάρρος κι η δεξιότητα να ολοκληρώνει νοήματα και μηνύματα σε ποιήματα μικρής έκτασης που χαρίζουν στον αναγνώστη την έκπληξη και χαρά της συμμετοχής, της συνενοχής ή την αντίρρησή της.

Αιχμή της θεματολογίας η εμπειρία και πείρα, το γίγνεσθαι και το είναι – εξοστρακίζουν το φαίνεσθαι –, στην οικογένεια, γειτονιά, συντροφικότητα, επαγγελματικό χώρο, κοινωνία, πολιτική.

Την συλλογή κοσμούν σχέδια/σκίτσα της περσόνας, Bonslie. Σχέδια που θυμίζουν ιχνογραφημένους αγαπημένους γεωμετρικούς τόπους από το βιβλίο της επιπεδομετρίας του Κανέλλου ή κινήσεις σωματιδίων της ύλης ιδωμένα μέσα από σπάνιο φωτοσκόπιο. Ανάγλυφα πολύτιμων κατασκευών ή μωσαϊκά μεσογειακής τεχνοτροπίας.


Η συλλογή Βραχνή βροχή της Ολυμπίας Σταύρου είναι ένα βιβλίο που διεκδικεί μια θέση στην βιτρίνα με τα πολύτιμα. 

Ωστόσο, το γιατί Ολυμπία Σταύρου;, έγκειται αλλού…

Ολυμπία Σταύρου διότι Ingrid Jonker έναντι Dorothy Parker ή Sara Teasdale ή Edith Sitwell ακόμη και της Alejandra Pisarnik

Ολυμπία Σταύρου διότι δεν τραγουδά απλώς, παρά μετουσιώνει σε πράξη, σε ουσία, το μαζί
Το αίτημα ως γιατρικό σε μια εποχή που οδεύει, που υπάρχει, κουρασμένη.

 


 

Ασημίνα Λαμπράκου
Κοντόπευκο, Αγίας Παρασκευής
Γενάρης του 2022


 

 δείγμα γραφής:


ΑΝ


Αν τα πράγματα δεν έρχονταν έτσι

μπορεί να είχες για δάχτυλα

δύο φτερά πεταλούδας.

Μα στο εργοστάσιο

την ώρα που ρ'αβεις τον καπνό σε δέματα

το δεξί σου χέρι με τον εκπαιδευμένο αντίχειρα

σπαθί

κόβει κομματάκια τα αν.




*******


Η ΦΥΣΗ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ


Άγουρο πρωί.
Ηλεκτροφόρες γραμμές
στάζουν σπουργίτια.



*******


Μεγάλωσαν οι φίλοι μου.
Δε βλέπουνε κοντά·
βολεύονται με τις αποστάσεις.



*******



ΓΥΝΑΙΚΕΙΕΣ ΦΥΛΑΚΕΣ ΑΒΕΡΩΦ
ΝΥΧΤΑ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΕΚΤΕΛΕΣΗ


ΠΕΝΤΑΚΙΣ ΕΙΣ ΘΑΝΑΤΟΝ
Μπροστά μπροστά η αγγελιοφόρος.
Βραχνή φωνή,
σγουρά μαλλιά, σε κώτσο χτενισμένα.
 
Ακολουθεί ο οδηγός.
Φοράει στολή αστυνομικού
κι έχει ένα νύχι μελανό στο αριστερό του χέρι.
 
Οι πέντε θάνατοι ξοπίσω τους.
Σπρώχνει ο ένας τον άλλον ποιος πρώτα θα περάσει. 



*******










© Assimina

Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2022

Εφ' ενός γίγνεσθαι; 2 ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ 2021

 

 


 

 ένας κήπος τον χειμώνα
{με αφορμή}


Πώς να το πω; Παγώνει ο χειμώνας τη ζωή, μα κήπο έχει ο γέροντας, την φροντίζει
Πίσω απ’ την πορτούλα που σ’ ανοίγει ρόδινη προσφέρει αυλήν
άνθια στα κίτρινα από φως ντυμένα
ότι έτσι η αγάπη δείχνει


Ασπάλαθοι κι αγγελικές, ερεμόφυλλα και δάφνες,
γεράνια γλυτσίνιες και γαζίες,
ηλίανθοι και κατηφέδες, λεμονοθύμαρο, ασφάκες,
ταπεινά τα χαμομήλια και νάρκισσοι περιανθείς,
μάραθα μαργαρίτες και μανόλιες,
χρυσάνθεμα χειμονανθοί και σπάρτα,
δεντρολίβανα κι υάκινθοι,
φορούθια και ρομνιές


κι ο ίσκιος του πατέρα
α! που κάτω του εσύ
κυπαρίσσι κάποιο κάποτε
πευκάκι τον κορμό σου έστερξες
με το κοντό του
–εκείνον–
τον πλάτανο
σ’ ανέμους να στηρίζεις


 

υγ. δεν είναι αυτή η συμμετοχή μου στο ανθολόγιο,
ούτε και ποίημα είναι, παρά ο τρόπος μου να πω
                ε υ χ α ρ ι σ τ ώ 

            και τη χαρά να δείξω

 

© Assimina

Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2021

ΕΛΕΝΑ ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΥ, Υποταγή Λυρισμού (επιλογές)

 

 ΕΛΕΝΑ ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΥ, Υποταγή Λυρισμού

(επιλογές)


 

Γερανοί από μέταλλο και γλάροι νότες
στα ναυτικά τραπεζομάντηλα από κάτω
οι παλάμες άδειες
φορτωμένο μόνο με βλέμματα από λούστρο
το ξύλινο πάτωμα, η θάλασσα, το κόντρα μπάσο,
μια τούφα μαλλί με δόντια
ανάσα τρούφα, δάχτυλα πλευρώτους
κόντρες τα αυτοκίνητα στο δρόμο
το νέο πέραμα κλειστό, από αρκούδες.
Και ήταν τόση η νύχτα στα χαμόγελα
και γέλια πολλά στο το νέο πέραμα με
ήχους νέας Ορλεάνης, χωρίς πάτωμα
και γύρω ολόγυρα, γλάροι.


                         ~~~


Κλείνει και ξανανοίγει η μέρα, κινέζικη βεντάλια σε
αποπνικτικό καιρό.
Καλή τύχη σε όσους μαδούν το τριαντάφυλλο
για χάρη μιας απάντησης
με τις ακριβείς κινήσεις σταυροβελονιάς
σε κέντημα με ελαφάκι, ολόκληρο το απόγευμα.
Μητέρα θυμάσαι;
Το πρώτο φύλλο του φθινοπώρου πέφτει και στο
μπαράκι απέναντι έχει νυχτώσει
τρεκλίζουν ήδη οι δυνατοί του πόκερ
κι εγώ με ένα τσάι αρωματικό και με
κατάλληλο βλέμμα να το συνοδεύει
σαν σκόρπιο απόσπασμα της ζωής μου της ίδιας
ενισχύω μια εικόνα για τον εαυτό μου.
Προσεκτικά και προς τα πάνω τραβώ
ιδρώνοντας μελάνι
δημιουργώντας έτσι μια αναταραχή
ίδια στροβίλισμα της τζαζ ή φθινοπωρινής πόλης
που βουλιάζει σε νερό.


                          ~~~


Εκείνος με τους άξεστους τρόπους,
ο φαγωμένος της τρυφερότητας,
ο κροκόδειλος με τα πριονωτά δόντια,
τι έρωτας, τι θράσος, τι ακαμψία κορμιού,
τι μοναξιά στην αντρική καρδιά του,
πόσο περισσότερο να θρέψεις κάτι τόσο αγνό,
έναν αιώνα δράματος να τον ταΐσεις με τους μαστούς σου,
θα πισωδρομεί σαν κάβουρας που ανοίγει δρόμο στο χάος.
Δε μένει παρά να τον σκοτώσεις, να πάει γυμνός, στο έργο του.


                         ~~~


Νοέμβριος
Ακούγεται παντού η σιωπή του
μόνο θροΐσματα μέσα από περάσματα φύλλων
και τριγμοί από κελύφη σκορπιών που ανασηκώνουν πέτρες
το φεγγάρι του ένα λευκό πανί
ατσαλάκωτο σε τελάρο να δέχεται αόρατες σταυροβελονιές
τα παιδιά του από νήπια κιόλας κρατώντας
στα χεράκια τους σπαθιά ή κουτάλια ανακατεύουν
τη θλίψη με χρώμα συντρίβοντας καραμέλες με τα δόντια τους
ποτέ η βροχή δεν είναι βροχή τον Νοέμβριο
είναι γάλα και κόκκινο απ τον ίδιο έρωτα
είναι πολεμική ιαχή ο βόμβος της
ένας τρόπος να πεθαίνεις από ευχαρίστηση
πολεμώντας σμήνη συμφορών
είναι η κραυγή ετοιμόγεννου
πένθους είναι άγγιγμα στο μαλλί του αρνιού
που βοσκάει την άνοιξη
είναι ντροπαλότητα ανεμοστρόβιλου ένα μάτι
πηγάδι σαν κοιτάξεις αδιάκριτα που σε ρίχνει στην άβυσσο
είναι λίμνη με όλα τα σκουριασμένα όπλα του καιρού στον πάτο
όχι δηλητηριασμένη ακινησία όπως πολλοί την είπαν
το σίδηρο στο αίμα των ζωντανών το καϊμάκι της ύπαρξης
είναι μεμβράνη λεπτοφυής ο Νοέμβριος
ανάμεσα σε αφρόψαρα του ονείρου και σύννεφα
απ τα άλευρα σταριού
γυμνός εαυτός γενέθλιός μου μήνας που
τείνει μια χούφτα χώμα σε αδηφάγα βλέμματα.



e-book, εκδ. Ενδυμίων
πηγή: openbook - https://www.openbook.gr/ypotagi-lyrismoy/

 

© Assimina

ΚΩΣΤΑΣ Θ. ΡΙΖΑΚΗΣ, επί χάρτου

 

 ΚΩΣΤΑΣ Θ. ΡΙΖΑΚΗΣ, επί χάρτου


πόσο αποφατικά λευκήν γερνάς σ’ ό,τι πάω
    να ξεχάσω;

μια μυγδαλίτσα ζαβολιά μπροστόβαρη κινδύνων
του πηγαιμού εζαλώθηκες πανστρατιά χειμώνες

πούθε ματίζεις το κακό κ’ η μάνα εντός βογγάει;
τι βάναυσα όπου στεναγμούς στο όρυγμα βαθαίνεις
λασπόνερα κολλούν πληγής η νέα ξυπνάει σκόνη
(ξετάπωσες υπόγειος επτά νεκραναστάσεις;)

φεγγάρι ανασκουμπώθηκεν να ξενοπλύνεις νύχτες
μα η αγελάδα αιματουρεί στο φως μουκανητά της

– σήκωνε σήκωσ’ το πανί ξέρεις φθοράς το ξίδι;
τίγκα η φαλάκρα σ’ ένδοξον σελιδωκεανόν
                                                                    έτσι οπού:

σαλπάρων μαυροσφούγγιστος εγκυμονείς ημέραν!


 

από το: ΤΡΙΣΔΙΑΣΤΑΤΟΣ
ΘΑΝΟΥΣΗΣ ΠΟΥ ΑΓΚΑΘΩΝΕΙ
ως επίλογος στο δοκίμιο:
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΔΙΑΓΕΙ ΕΣΩΚΛΕΙΣΤΟΣ
οι "τόποι" στην ποίηση του Κώστα Θ. Ριζάκη
από την ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

 

 

© Assimina

Σαρλ Μπωντλαίρ, Τ Ο Κ Ρ Α Σ Ι Τ Ο Υ Μ Ο Ν Α Χ Ι Κ Ο Υ

 

 Τ Ο  Κ Ρ Α Σ Ι  Τ Ο Υ  Μ Ο Ν Α Χ Ι Κ Ο Υ


Το παράξενο βλέμμα μιας ερωμένης
που γλιστρά προς εμάς σαν αχτίδα λευκή
σταλμένη με κύματα από το φεγγάρι στην τρεμάμενη λίμνη,
όταν θέλει μέσα της να λούσει τη νωχελική ομορφιά του.
Το τελευταίο πουγκί με λεφτά ενός παίχτη,
ένα κολασμένο φιλί της αδύναμης Αδελίνας,
οι ήχοι μιας εκνευριστικής και χαδιάρικης μουσικής,
όμοιας με τη μακρινή κραυγή του ανθρώπινου πόνου,
Όλα αυτά, ω μπουκάλι βαθύ, δεν αξίζουν όσο
οι διεισδυτικοί χυμοί που η γόνιμη γαστέρα σου
κρατά για τη διψασμένη καρδιά του πιστού ποιητή.
Χύνεις μέσα του την ελπίδα, τη νιότη και τη ζωή,
– Και την περηφάνεια, αυτό τον ζηλευτό θησαυρό,
που μας βγάζει θριαμβευτές και μας κάνει
                           να μοιάζουμε με θεούς!

 

μετάφραση: Άννα Φιλίνη
από το βιβλίο:
ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ
ΖΩΓΡΑΦΙΕΣ
ΓΙΑ ΔΕΚΑΠΕΝΤΕ
ΠΟΙΗΜΑΤΑ
ΤΟΥ ΜΠΩΝΤΛΑΙΡ
εκδ. ΑΜΜΟΣ

 

© Assimina

ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΤΣΙΛΙΜΑΝΤΟΣ, PECTORE AB IMO (επιλογές)

 

ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΤΣΙΛΙΜΑΝΤΟΣ
                          PECTORE AB IMO


Από πολύ βαθιά έρχεται τούτη η παγωνιά
και κόβει σα διαμάντι.
Ράγισαν οι καθρέφτες· οι μορφές
όσες και τα ραγίσματα…
Τα μέτρα λεν ένα κι εξήντα εφτά,
μα εσύ που το ’βρες τόσο βάθος για να σκάψεις, Πόνε;
Τρεις μήνες ο χειμώνας από το παράθυρο
χρόνος μοιάζει.
Πώς θα υποφέρουμε
τη συντήρηση των ζωντανών απ’ τους νεκρούς
 –ποσά αντίστροφα–,
Πώς του Απόλλωνα τη χάρη στα μαλλιά
και το γλαυκό της Αθηνάς στα μάτια
ανώφελη σπονδή θα δώσουμε
στο συμπαθήν εχθρός μας
(που ’ρχεται πάντα εξώρας)!


                      ***


Στους τροχούς της ανάγκης τέλεια δεμένη
η γη μ’ ακρίβεια μαθηματική γυρίζει.
Κι έρχετ’ η Άνοιξη, βυζαντινής μουσικής όρθρος.
Τι άπειρα φοβερό μ’ άσπρα μαλλιά να τη λογιάζεις!
Σταμάτα λες, μα κιόλας νάτο
τεφρό διανεύει το Φθινόπωρο ψηλάθε.
Αφήνεσαι στους λογισμούς σου που δικοί σου
κι αυτοί καλά–καλά δεν ξέρεις να ’ναι.
«– Ήμουνα κάποτε ό,τι δεν είμαι
κι αυτό που είμαι ό,τι δε θα γίνω,
γιατί ο άνθρωπος στη γης επάνω
κανενός πράγματος κύριος δεν είναι».
Μα τότε;



Από την ομότιτλη συλλογή:
PECTORE AB IMO
(ΕΚ ΒΑΘΕΩΝ)
Αθήνα 1982

 

 

 

© Assimina

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΑΡΑΝΤΩΝΗ, Παρακειμένων Εκείνων (επιλογές)

 

 ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΑΡΑΝΤΩΝΗ


Αντί σποράς

Χρόνια την πότιζα 'κείνη τη γλάστρα ανθός
ας μην ευδοκίμησε γερανιού ποτέ
Τον σπόρο εκεί απόβλητο παράχωσα προτού
με λήμματα ενωθεί αστικά
ή γερανός σταθεί, τον πάρει
Τα πριν ασφυκτικά τα
                                  μετά
Στο ενδιάμεσο παρένθετα
- καθαρόαιμα
αποσιωπητικά μόνον
Τρεις που την προσπάθεια έσβησαν
ακίνητες τελείες


                              ***


Το λαβωμένο του αγναντεύω μέλλον

Το λαβωμένο του αγνάντευε μέλλον
μ' αγρίμια νεκρά για μαλλιά
ροδάκινα μάτια
δάφνης πικρής τα φύλλα στα χείλη
δαγκωματιά ελαφιού στην καρδιά
Κι όταν στα δύο
πέρα μακριά
σκίστηκε ο ουρανός
λογάριαζε μέτραγε
εάν
έκανε ποτέ
μοιρασιά
ακριβοδίκαια ήταν


 

από τη συλλογή:
"Παρακειμένων Εκείνων"
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟΥ ΦΟΙΝΙΚΑ 2019
(στην συλλογή με πολυτονικό)

 

 

© Assimina

Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου, ΠΥΡΙΤΙΟ

 

 Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου


ΠΥΡΙΤΙΟ


Στη ζωή της δίπλα γεννήθηκαν φωτιές
–του Νοέμβρη σβήσανε μα του Απρίλη καίνε–.
Η ίδια πάντως το γνωρίζει
και κομπάζει γι’ αυτό
με την ξιπασιά της χωριατοπούλας
που παντρεύτηκε στη μεγαλούπολη
και, λησμονώντας το χωριό της,
θαρρεί πως ήταν ανέκαθεν κοσμοπολίτισσα
κι ότι η ευλογία που της έλαχε ήταν λίγη.
Τώρα, αντιγράφει πιστά κάθε είδος ζωής,
σκέψης και αισθητικής γύρω της,
αγνοώντας όμως ότι τα παράγωγα
των αντιγραφών της είναι απολιθώματα.
Καλή τύχη στην Ευρώπη.


 

από τη συλλογή:
Furor Scribendi, Ars Poetica 2013

 

 

© Assimina

Χριστίνα Καραντώνη, ΑΠΟ ΒΡΟΧΗ ΣΕ ΒΡΟΧΗ


Μετά τρούλων κυρτή
η πίστη των καθαρμών
Από παντού μπάζει
Απορία βροχής εάν
αγιάζει τ' αγιάζι


 

 

εδώ όπως το λέει η Καραντώνη Χριστίνα
στη συλλογή της ΑΠΟ ΒΡΟΧΗ ΣΕ ΒΡΟΧΗ

η συλλογή ακολουθεί το πολυτονικό
κι η στοίχιση, κεντρική

 

© Assimina

Ολυμπία Σταύρου (επιλογή από το περιοδικό λόγου και τέχνης: καρυοθραύστις)

 

 Ολυμπία Σταύρου


ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΑΣ ΥΓΕΙΑΣ


Χώνω τα χέρια μου
στις άσπρες τσέπες,
τον ξένο πόνο τσαλακώνω
και τα μαλλιά μου κόβω σύριζα,
μην κρεμαστεί ο θάνατος
ώς τους δικούς μου ώμους.
Αλλά ο κόμπος στον λαιμό μου
γίνεται αγκίστρι·
όσο πιο έξω το τραβώ
τόσο αυτό πληγώνει.



[Μικρότερη όταν ήσουνα]


Μικρότερη όταν ήσουνα
ήθελες τραγουδάκια
κι ιστορίες δικές μου,
απ' το μυαλό να βγάζω.
Τα βράδια πριν κοιμηθείς,
ήθελες να σου λέω
για κείνη την αόρατη κλωστή
ανάμεσά μας.
Κι όταν με γόνατα
ερχόσουν ματωμένα,
ρωτούσες με λαχτάρα:
Σήμερα χτύπησα μαμά!
Κουνήθηκε η κλωστούλα;



.

διάβασα τα ποιήματα της Ολυμπίας Σταύρου
στο λογοτεχνικό περιοδικό "καρυοθραύστις", τ. 7

 

 

 

© Assimina

MIROSLAV HOLUB, Αγάπη

 

 MIROSLAV HOLUB


Αγάπη

Δυο χιλιάδες τσιγάρα.
Εκατό μίλια
από τοίχο σε τοίχο.
Μια αιωνιότητα και μισή από ολονυκτίες
πιο λευκές κι από χιόνι.
Τόνοι λέξεων
παλιές σαν ίχνη
πλατύποδα στην άμμο.
Εκατό βιβλία που δεν γράψαμε.
Εκατό πυραμίδες που δεν χτίσαμε.
Σκουπίδια.
Σκόνη.
Πικρή
σαν την αρχή του κόσμου.
Πιστέψτε με όταν λέω
ήταν όμορφη.



μτφρ.: Χ. Βλαβιανός

 

© Assimina

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Γ. ΠΑΠΑΣΤΕΡΓΙΟΥ, Της μιας ανάσας ποιήματα


Ποιητής της οικονομίας του λόγου, μοιάζει η έκτη αυτή συλλογή να αποτελεί την κορυφή την οποία αναζήτησε ο Δημήτρης Παπαστεργίου κι ας είναι τα 58 χαϊκού του, δουλειά ετών

Αναπτυγμένα σε έξι ενότητες
Ο τίτλος της κάθε μιας από αυτές, αρχή ενός χαϊκού που την "εικονογραφεί"-προοικονομεί
Η ΙΙΙ (ΔΩΔΕΚΑ RONIN) και η V (12 ΤΕΑ LIGHTS) συνομιλούν, ή, η ΙΙΙ συναντά και διαλύεται στην V

Είναι τα χαϊκού ο ποιητικός λόγος του αιώνα που διανύεται; 
Είναι ο σύντομος λόγος τους, η ευκολία, χρόνου και λόγου, που απαιτούν οι ταχύτητες πορείας του αιώνα της ηλεκτρονικής επικράτησης; 
Κάποιες ερωτήσεις που θα απαντηθούν στο μέλλον, νομίζω
Προσωπικά θεωρώ ότι τα χαϊκού δεν είναι ο εύπεπτος λιγόλογος ποιητικός τρόπος που φαίνεται
Αρκεί να δώσει κάποιος περισσότερο χρόνο από μιαν ανάσα να αφουγκραστεί το νόημα

Ένας αγριαετός, δε, μου ψιθύρισε πώς ορισμένα από τα 17σύλλαβα της συλλογής διαβάζονται και ανάποδα, από τον τελευταίο στίχο προς την αρχή
Ας ανακαλύψουμε ποια...


Δείγμα:

Ενότητα Ι

Θέμα:  
Βεντάλια θέρους
(και μια πλαγιά σκιερή
να σ' αγναντεύω)


ΝΕΥΜΑ ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΑΝΘΕΩΝ


   Σαν οδαλίσκες
μου γνέφουν, των γιασεμιών
  οι συμμορίες.


Ενότητα ΙΙ

MANGA


Τη βροχή κοιτώ
και σένα· φεύγεις γοργά
όπως στα κόμικς.


Ενότητα IV


ΑΠΟΔΟΧΗ


Θαρρώ γερνάω:
Μπρος σε πένθος και ζωή
δεν νιώθω δέος.



Ενότητα VI


ΑΝΑΓΚΑΙΟ ΚΑΚΟ


Για να ανθίσουν
όμορφα οι κερασιές,
πίνουν θάνατο.





***

(Άραγε, ο ποιητής μας επιφυλάσσει στο μέλλον ένα άνοιγμα σε μάκρος των στίχων και ποιημάτων του;
Μια στροφή του "καβαφικού" του χαρακτήρα, σε μια μορφή σεφερικού λόγου; 
Ποιος ξέρει;
Περιμένουμε 🍀 )  


© Assimina

Τετάρτη 29 Δεκεμβρίου 2021

Γιολάντα Πέγκλη, Η ΑΣΦΥΞΙΑ ΣΤΟ ΛΑΪΚΟ ΠΡΟΑΣΤΕΙΟ

 

 

Γιολάντα Πέγκλη

 

Η ΑΣΦΥΞΙΑ ΣΤΟ ΛΑΪΚΟ ΠΡΟΑΣΤΕΙΟ

 

 

Για όλους ραγίζει την Κυριακή

του θεού το σώμα, για μένα

αντίδωρο δεν περισσεύει

πάνω στην κινούμενη άμμο χορεύω

λιποθυμώ –τελειώνει η γιορτή.

Τις άλλες μέρες

μεγαλώνει πιο πολύ ο κόσμος

κρυώνω

πλανιέμαι στις πλατείες κλωτσώντας

τα χαρτιά και τα φύλλα

τους ήχους που παγιδεύονται στα ρείθρα

μαζεύω για τροφή.

Με τριγμούς ψηλώνει η πιο πικρή

ρίζα της καρδιάς μου.

Να έχει σταματήσει αλήθεια

στην κάμαρα με τον σπασμένο λαμπτήρα

το άστρο που αναγγέλλει

αυτός να έχει οριστεί τόπος

για την απογραφή όλων μου των ονείρων;

Τέτοιες στιγμές έρχεσαι

με κοιτάς

δεν προφταίνω ποτέ να εξημερώσω

το πρόσωπό μου

«με τον κατάλληλο φωτισμό, λες,

γεμίζω το σπίτι χρυσά έντομα».

 

Χρόνια στάθηκα απέναντι στον ήλιο

καμμιά χαρά δεν με φώτισε

ολόκληρη.

 

 

Από τη συλλογή:

Α κ ο ύ σ τ ε :

(1970)

 

 *

περισσότερα από την ίδια συλλογή και πηγή, 

στον Ποιητικό Πυρήνα πατώντας εδώ

 

© Assimina

Κώστας Θ. Ριζάκης - Γιώργος Δελιόπουλος, κατά ανεφίκτου γλυφές 1 (επιλογή)

 

 

Κώστας Θ. Ριζάκης

 

απιστία

 

η αλήθεια όπου φοβήθηκες ήλθε χθες μόνη και σε βρήκε

–να ιδείς πώς το ’πε η πρόσκληση αιτιολογώντας ατελώς;
αφού αρχικά δοκίμασε ψεύδη σε πέπλα να διανθίσει– μία

καρικατούρα λέει παραμυθιού μην τόση δώσεις σημασία

μυστήριο δεν φέρει πια για ’μένανε τούτη η πρώτη σχέση

τα παραμύθια σου όμως στέρεψαν γιατί θα λείψει ο έρως
τούνελ οι τρόμοι παρευθύς; κακό βαθύ κι αστράφτεις

             σα σκοτάδι

τρέμοντας τρέχουν μέσα σου οι λάθρα πλατσουρίζοντες λιανοί

 λαγοί: μια τόλμη τούς ’λευτέρωνε στο φως μόλις αυτή γελούσε!

 

 

 *** *** ***

 

Γιώργος Δελιόπουλος

 

ὡς ἔλαφος διψῶσα

 

Δὲν κατοικῶ ψηλὰ στὰ ρετιρὲ ἀσπάραχτη
οὔτε ἡ ζωή μου εἶναι φοὺλ ἐπιπλωμένη
σὲ δάση μέσα κρύβομαι σὲ φυλλοβόλα ψέματα
καὶ μηρυκάζοντας τὸ χῶμα περιμένω

ντυμένη χρυσοκέρατη στὰ ροῦχα τῆς βιτρίνας
ὅλο ἀρώματα βαριὰ μήπως μυρίσει ὁ φόβος
καθὼς μασώντας μοναξιὰ μὲ φέρνουν γύρω βόλτα
οἱ πεινασμένοι κυνηγοὶ, τὰ σαρκοβόρα βλέμματα

 κι ἀκούω δίπλα μου τὰ κράκ! νὰ σπᾶνε τὰ κλαδιὰ
ὅμως δὲν τρέχω πουθενά, μὲ πρόλαβαν οἱ σφαῖρες
δὲ φώναξα βοήθεια, δὲν ἄνοιγαν οἱ πόρτες  
τὸ ματωμένο τρίχωμα δὲν εἴδατε ποτέ;

σκούπισα –φαίνεται καλά– τὸ δάκρυ στὸν καθρέφτη
ἔντυσα μὲ χαμόγελα στὰ ράφια τὶς κορνίζες
κι ὅταν μὲ τρύπαγαν τὰ βέλη τους βαθιὰ
τὰ βογγητά μου ἔγραφα κάτω ἀπ’ τὸ μαξιλάρι

στάλα δὲν ἔχυσα ντροπὴ στὴν ἀνθισμένη ἄνοιξη
ἀπ’ τὶς κραυγὲς δὲν τσαλακώθηκε ἡ σιωπὴ
κι ἐσὺ μανούλα ποὺ γεννᾶς ἀκόμη ἐλαφίνες
θύματα δίχως κέρατα σὲ δάση κυνηγῶν

 

τί μοῦ ζητᾶς νὰ ξεδιψάσω, πνίγομαι.

 

 

 

 

 

© Assimina