Πέμπτη 23 Ιουνίου 2022

ΠΗΓΗ ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΥ, ΠΑΤΕΡΑ

 

" Πατέρα "
Πηγής Καφετζοπούλου
 
Είχαμε κι οι δυο
το ίδιο αίμα
με έμαθε ν’ αντιπαθώ
το ψέμα
καπετάνιος
μιας ορθής πορείας
μου άνοιξε οδούς
ελευθερίας
 
Ρίχναμε στα ζάρια
το φεγγάρι
τίποτα δε θέλησε
να πάρει
φεύγοντας μαζί
με την ευχή του
με άφησε να γίνω
η πνοή του
 
Έτσι όταν τα βράδια
τραγουδάω
ξέρω πως
στον ουρανό πετάω
κι η φωνή μου
σαν δικό του χάδι
άφοβη με κάνει
στο σκοτάδι
 
Πόσο σε ευχαριστώ
πατέρα
που δε μ’ άφησες
ούτε μια μέρα
να πιστέψω
ότι είμαι μόνη
στης ζωής μου
το άστατο τιμόνι
 
Πόσο σ’ αγαπώ
που μ’ έχεις μάθει
πως αξίζει πάντοτε
η μάχη
όσο κι αν η αγάπη
με λαβώνει
τόσο η ψυχή μου
δυναμώνει
 
Είχαμε κι οι δυο
το ίδιο βλέμμα.
 
 
 
(μού το είχε εμπιστευθεί - 
από εμένα, χάρισμα σε εκείνους που μπορούν να δουν με τα "μάτια" της)

 

 

© Assimina

Τετάρτη 22 Ιουνίου 2022

Βασίλης Λαλιώτης, Εις το όνομα του Πατρός

 

 [επανάληψη]

Βασίλης Λαλιώτης, Εις το όνομα του Πατρός


 Επειδή ήταν ό,τι ήταν, ήταν. Θα είχε όνομα μα το όνομα θα του αφαιρούσε. Γιατί αν δεν έχει όνομα έχει χίλια ονόματα στο χρόνο. Με το μαντίλι το καρώ στο κεφάλι ο κόμπος δεμένος πίσω μεταφυσικός ινδιάνος κι ένα πρόσωπο. Πρόσωπο πρoσωπένιο, πλαγιά οργωμένη, ρουφηγμένα ζυγωματικά, μύτη σιμή, και γένια που λεύκαιναν κι από κει και κάτω ρούχα τραγέλαφος. Έφερε γύρο με τη μακριά καζάκα τη δεμένη στη μέση με σκοινί το παντελόνι κάτω το ένα μπατζάκι πιο ψηλό από το άλλο ξεκάλτσωτος και παπούτσια ανθεκτικά. Κι έλεγε έλεγε κατά το σκόλοπας που είχε στη σάρκα, έλεγε έλεγε πήγαινε κι έλεγε. Διάβαζε ένα δικό του μυθιστόρημα φωναχτά ο κυνικός ο κλοσάρ ο από Αποστόλου Παύλου που έφαγε ειδωλόθυτα. Θα είχε μια μάνα κι αυτός. Και έλεγε έλεγε κι όχι μόνος του. Απαντούσε στις φωνές που μέσα του θα πρέπει να έλεγαν κι αυτές. Ήταν ένα λέγειν απλησίαστο.

Επειδή το σώμα του ερχόταν απέξω από βιτρίνες και καθρέφτες πεζοδρομίων και βλέμματα εκείνος είχε μόνο χέρια πόδια ασυνάρτητα και τα κοιτούσε όπως κοιτούν τα ασυνάρτητα τα κοιτούσε και τα περισυνέλεγε σε ένα πόνο και ύπαρχε. Μια βρώμικη καζάκα που στο κάτω μέρος είχε σπάγκους και δενόταν κάτι σαν στρατιωτική. Ζητιάνος αλλά δε ζήταγε έλεγε κι έλεγε και απαντούσε σε κάτι που δεν ήταν κάτι αλλά τίποτα για μας. Και τον έφερνα στη φαντασία την κόψη του την αρχαία και σαν από χριστιανισμό και σαν Απόστολος Παύλος, σκηνοποιός που έμεινε ανεπάγγελτος κι έλεγε κάτι για συγκρούσεις τιτάνων και όγκους μέσα του που χτυπούσαν ο ένας το άλλον κι έκαναν σπίθες λεκτικές κι έλεγε προς τα πού έλεγε δεν ξέραμε αλλά έλεγε κι έβλεπαν κι άλλοι έβλεπαν αυτό το αλλού που ανήκε στα σπαραγμένα μέλη του κι ήταν ένα απόρριμμα λέξεων έκαιγε λέξεις και προχωρούσε χαλκός και κύμβαλον αλαλάζον.

Και όλα περνούσαν από το βλέμμα που πάνω του έπηζε τα σπίτια και το δρόμο και τους φοίνικες κι ένα μικρό χορταράκι που δεν είχε όνομα κι αυτό και η πόλη εξακτινωνόταν ως το τετραγράμματο του Χάϊντεγγερ και ήταν πόλη επειδή ήταν αυτός στο κέντρο του στροβίλου της κι έβλεπες όχι μόνο ζωντανούς αλλά και πεθαμένους που έρχονταν κι έπαιρναν τη θέση τους στη θέση των ζωντανών κι ήταν η Γη και οι Θεοί οι ζώντες και οι τεθνεώτες και γινόταν το πράγμα κατοικία κατοικία και τόπος και όλο σαν εύθραυστο και όλες οι γραμμές οι νοητές περνούσαν από το σώμα του γιατί το σώμα του έκανε τον τόπο, τόπο φιλοξενίας  και ήταν σαν Κόρινθος και Κυριακή. Κι αυτός κάτω από το βλέμμα γλωσσολαλούσε κι αηδονολάλιε και παραληρούσε και παραπληρούσε  κι έλεγε που θα πας κόσμε θα σε μιλήσω θα σπάσω τις λέξεις σε άλλες λέξεις μιαν ολόκληρη αγρύπνια του φίννεγκαν θα γεμίσω λέξεις θα σε μιλήσω ως το αδιάβαστο κι όταν μου λένε κάνε το σταυρό σου θα λέω και του υιού και του αγίου πνεύματος γιατί το άλλο δεν το ξέρω εις το όνομα του ονόματος και του όνου σκιάς και θα πέφτουν οι λέξεις πάνω στα πράγματα και δεν θα είναι πράγμα δίχως τη λέξη του  μάνα, μήνα, μένα, μόνα ναι. Και του έβαλα στίξη και τον άφησα κι εγύρισε και μαζί του ο κόσμος σαν γη γύρω από τον αξονά του και τον άφησα λέγοντας εις το όνομα του πατρός αμήν. Μην.



 ***

πηγή: staxtes2003 

 

 

© Assimina

Τρίτη 21 Ιουνίου 2022

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΑΚΗΣ, ΔΕΝΤΡΑ ΤΟΝ ΧΕΙΜΩΝΑ

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΑΚΗΣ, ΔΕΝΤΡΑ ΤΟΝ ΧΕΙΜΩΝΑ

 

Όταν βλέπω τα δέντρα σκέπτομαι τον πατέρα
που τέντωνε το κορμί του να μυρίσει την παγωνιά,

τα χέρια του λυγισμένα κλαδιά, τα πέλματα ριζωμένα
εάν φυσούσε εκείνη την ώρα μια ριπή θα τον θέριζε.

 

Ποιος έχει τη γνώση ν’ αγκαλιάσει έναν γηραλέο κορμό
να παραμερίσει τη δέντρινη μοναξιά, να ξεχωρίσει

         τα ξεραμένα φύλλα

απ’ τις ξερές παλάμες, τις ξεχωμένες ρίζες απ’ τη σκαμμένη γη;

 

Τα δέντρα είναι μια εποχή μόνα τους.

 

 

συλλογή: Άσπρα μήλα, Πατάκης, 2021
[πολυτονικό στο βιβλίο]

 

 

© Assimina

Κυριακή 19 Ιουνίου 2022

ΣΠΥΡΟΣ ΛΑΖΑΡΙΔΗΣ, ΥΠΟΔΟΧΗ


ΥΠΟΔΟΧΗ

 

Τον πατέρα μου, δεν τον θυμάμαι να με υποδέχεται κάπου. Ψέματα.
Μια φορά, αγρότης αυτός αναγκασμένος να δουλέψει στην πόλη, με

υποδέχτηκε στο πλυντήριο των φορτηγών του οποίου την φροντίδα τού

την είχαν αφήσει εν λευκώ, χωρίς ένσημα εννοείται, τα αφεντικά τού

βενζινάδικου στη γωνία της Ιωάννου Μεταξά με τη Μοναστηρίου. Με

έβαλε άρον άρον στο δωματιάκι του, να μην γλιστρήσω στις σαπουνάδες

και τα γράσα. Μου παράγγειλε πορτοκαλάδα από το καφενείο.

Μπερεκέτια. Έκτοτε, μόνος την πρώτη φορά στον δρόμο για το Γυμνάσιο,

μόνος στην ανίχνευση του χώρου των εξετάσεων για τις εισαγωγικές στο
Πανεπιστήμιο –για την εγγραφή μου, ακόμα και την ορκωμοσία μου,

ούτε λόγος–, μόνος στο Κέντρο Νεοσυλλέκτων στην Τρίπολη.

 Δεν ήταν για τρυφερότητες, είχε άλλον τρόπο να αγαπάει.

 Τώρα με υποδέχεται κι είναι εκδηλωτικός· το δείχνει πως με περιμένει.
Πότε ένα παράταιρο αγκάθι δίπλα στον σταυρό που θέλει ξερίζωμα,

πότε μια ξεραμένη ρίζα –από τα φυτά που του έβαλα γύρω από τον
τάφο– που θέλει αλλαγή, πότε μία στεγνή σταλαγματιά, σκόνη πια, να

θολώνει το καθαρό βλέμμα του στη φωτογραφία και να θέλει να

σαλιώνω το δάχτυλο για να την καθαρίζω.

 

Καμιά φορά το πιάνω αυτό το βλέμμα, αγκυλωμένο πεισματικά
άκαμπτο, να θέλει να καρφωθεί πάνω μου, ακριβώς μπροστά του, μην

και ξεγελαστεί και κοιτάξει

στα πλάγια. Δεξιά του ο

παππούς και πιο κει ο θείος,

αριστερά του η μάνα μου και

πιο αριστερά, άδειος χώρος,

καπαρωμένος –σιωπηλή

συμφωνία, άγραφος νόμος στο

κοιμητήριο του χωριού– από

μένα.

 

 

 

Συλλογή: Κατάστηθος Ανέμων, 2021, ΖΗΤΡΟΣ

     αντέγραψα το ποίημα προσπαθώντας να ακολουθήσω
την μορφοποίηση του βιβλίου
στο κενό δεξιά, στους τελευταίους στίχους, υπάρχει το
σκίτσο (φωτογραφία πιο κάτω) της περσόνας bonslie
που διακόσμησε με σκίτσα ολόκληρη τη συλλογή

 

 


 

 

 

 

 

 

© Assimina

Κυριακή 5 Ιουνίου 2022

γιατί δεν μπορώ να γράψω για το "Κατάστηθος ανέμων" του Σπύρου Λαζαρίδη

 

 

Διάβαζα, θυμάμαι, Φιτζέραλντ· "Τρυφερή είναι η νύχτα", οπότε, κάποια στιγμή, η παρουσία μιας Ροζαλίας στο σώμα του κειμένου, με αιφνιδίασε· ποια ήταν; πότε άνοιξε και μπήκε στις σελίδες; πώς;

Χρειάστηκα να γυρίσω πίσω τόσα κεφάλαια για να αιτιολογήσω την παρουσία της στο βιβλίο, που, δεν είχα πλέον αμφιβολία· τα γεγονότα των τελευταίων ετών, είχαν επηρεάσει άγονα την δυνατότητα συγκέντρωσης και πρόσληψης.  

Ήταν εκείνο το διάστημα που, κάποτε, έφτασε στο σπίτι, "Κατάστηθος ανέμων", ο Σπύρος. 

Στην Ασημίνα Λαμπράκου!

Στην Άση της νιότης!

Στην φίλη!

Με όλη μου την αγάπη!

Θεσσαλονίκη, 02/12/2021

υπογραφή

 

Η Αθηνά θυμάται την ίδια με τον Σπύρο, Άση, στο ταβερνάκι της Άνω πόλης, να τραγουδά σεγόντο με τον Τσεφαλά "αγάπη που γινες δίκοπο μαχαίρι". Γελάγαμε. 

Εγώ πάλι, την έχω ξεχάσει.

Η Ασημίνα, λοιπόν, που υπήρξε Άση στη νιότη του Σπύρου, της Αθηνάς και άλλων, ένα μεσημέρι άνοιξε την ποιητική συλλογή του Σπύρου και, διαβάζοντας και πλέοντας, ξανάβρισκε τις χαμένες της ικανότητες συγκέντρωσης και πρόσληψης. Ακούμπησε, τότε, το βιβλίο ανοικτό στο στέρνο κι αποκοιμήθηκε ύπνον ελαφρύ, νεανικό· ευμενής, ξεδιψασμένη.

Ποιαν, αναρωτιέμαι, πρέπει να απογυμνώσω για να μιλήσω για το βιβλίο του Σπύρου αποφεύγοντας τους συναισθηματισμούς που με διακατέχουν ως εκ της επιρροής των ποιημάτων [ως θεματολογία, μήνυμα, ύφος, γλώσσα γραφής], αλλά και της φιλίας χρόνων; 

Δεν θα αργήσω να απαντήσω, πιστεύω.

 

 

 

 

© Assimina