Δευτέρα, 23 Απριλίου 2018

Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Ο νεκροθάφτης


  "Ήθελε να πεθάνει;" ρώτησε η Γκίτα, επειδή
ο ξένος έκανε παύση.
   "Ήθελε, Γκίτα. Ήθελε κάτι άλλο απ' το να
ζει. Πάντα ήταν πάρα πολλοί τριγύρω της, κι ε-
κείνη ήθελε να είναι μόνη. Ναι, αυτό ήθελε. Όσο 
ήταν κορίτσι δεν ήταν μόνη της όπως εσύ, κι ό-
ταν παντρεύτηκε ήξερε ότι ήταν μόνη της, αλλά
ήθελε να είναι μόνη της και να μην το ξέρει".
   "Δεν ήταν καλός ο άντρας της;".
   "Καλός ήταν, Γκίτα, επειδή την αγαπούσε κι
εκείνη τον αγαπούσε. Παρ' όλα αυτά όμως δεν
άγγιζε ο ένας τον άλλον. Οι άνθρωποι είναι τό-
σο φριχτά μακριά ο ένας από τον άλλον, και αυ-
τοί που αγαπιούνται μεταξύ τους είναι συχνά α-
κόμα πιο μακριά. Επιρρίπτουν στον άλλον όλα
όσα τους απασχολούν, και δεν το καταλαβαίνουν, 
κι αυτά παραμένουν κάπου αναμεταξύ τους και
στοιβάζονται, και τελικά τους εμποδίζουν ακόμα
και να δει ο ένας τον άλλον και να τον πλησιά-
σει. Αλλά ήθελα να σου μιλήσω για τη γυναίκα 
που πέθανε. Λοιπόν πέθανε. Ήταν πρωί κι [...]"


 Ο νεκροθάφτης, απόσπασμα
μικροδιήγημα από τη συλλογή με γενικό τίτλο:
Rainer Maria Rilke, 
Αυτός που σκότωσε το δράκο και άλλα διηγήματα, 
εκδ. ΡΟΕΣ/ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ, 
μτφρ.: Φαίη Κηπουρού - Τατιάνα Λιάνη, 
επιμέτρο: Τατιάνα Λιάνη
επιμέλεια: Παυλίνα Παμπούδη

 


© Assimina

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2018

στην οδό αλαμάνας ξημέρωνε επίσης



Η τονικότητα του κάθε ποιήματος της Ασημίνας Λαμπράκου (Α.Λ) πάντα καλοδουλεμένη, σοφή και πλήρης. Συνειδητά ή ασυνείδητα, το σφρίγος της γραφής αυτής,[...]

ολόκληρο πατώντας πάνω στην εικόνα


στην οδό αλαμάνας ξημέρωνε ακόμη

© Assimina

Τρίτη, 17 Απριλίου 2018

Νικηφόρος Ουρανός του Δημήτρη Σινάκου


Βγήκε απ’ το μετρό στο σταθμό της Ομόνοιας και πήρε την Αθηνάς, του ήταν πιο οικεία, ψάρευε γυναίκες παλιότερα για ένα ξαλάφρωμα. Περπατούσε χωρίς να βιάζεται, μάλλον αφηρημένα γιατί αρκετές φορές ζήτησε συγγνώμη από βιαστικούς που έπεσε πάνω τους. Δεν έβλεπε γύρω του. Απλά προχωρούσε. Με το κεφάλι του λίγο σκυμμένο έβλεπε τα πόδια του να επαναλαμβάνουν με τον ίδιο μονότονο ρυθμό μιαν ομοιόμορφη κίνηση, σαν να έβλεπε τις μέρες του να διαδέχονται η μία την άλλη, πάντα με τον ίδιο ρυθμό πάντα στον ίδιο χρόνο, πάντα ίδιες. Πλησίαζε στο Μοναστηράκι, όταν σήκωσε πρώτη φορά τα μάτια του κι αντίκρισε την φωτισμένη Ακρόπολη να χάσκει ξεδοντιασμένη. "Σα σκιάχτρο" σκέφτηκε. Στο μυαλό του ήρθε κείνο το σκιάχτρο που έστηνε ο πατέρας του στ’ αμπέλι, εξακόσια χιλιόμετρα μακριά από δω, χιλιάδες ώρες μακριά απ΄ το τώρα. Το σκιάχτρο, ένας σταυρός φτιαγμένος από δυο παλούκια, σκεπασμένος από μια παρταλιασμένη πουκαμίσα και λίγα άχερα στην κορυφή για κεφάλι. "Διώχνει τα πουλιά" του απάντησε. "Τούτη εδώ τι διώχνει;" αναρωτήθηκε. Το φόβο της λήθης; Της ασημαντότητας; Του μάταιου; Δεν ήξερε. Ίσως τίποτα απ’ όλα αυτά που φόρτωναν το μυαλό του. Την ξέχασε μόλις έστριψε στο στενό που του είχαν πει. Μπήκε σ’ ένα άθλιο μπαρ. Μπόχα και κάπνα και γυναίκες στα πόδια των θαμώνων. Πλησίασε στο πάγκο και ζήτησε το Σεργκέι. Τον οδήγησαν σ΄ ένα μικρό γραφείο στο πίσω μέρος. "Χίλια" του είπε με χοντρή προφορά. Τα μέτρησε πήρε το 38αρι και βγήκε. Ανέβηκε ίσια πάνω στο Σύνταγμα, πήρε καπνό, απ’ το μετρό κατέβηκε στον Άγιο Δημήτριο και το αμάξι του το πάρκαρε λίγα μέτρα απ’ το σπίτι του, κάπου ψηλά στην Ηλιούπολη.
Νικηφόρος Ουρανός έγραφε στην πόρτα που ξεκλείδωσε. Δεν τον έλεγαν Ουρανό φυσικά, Νικηφόρο όμως τον έλεγαν. Το κουβαλούσε σα βάρος αυτό το όνομα. Όσο κι αν έψαχνε δεν εύρισκε ούτε μια νίκη που να δικαιολογεί το όνομά του. Για να το χλευάσει είχε θυμηθεί τον Ουρανό. Τον είχε εντυπωσιάσει όταν μαθητής διάβασε πρώτη φορά το όνομα του βυζαντινού στρατηγού ή αυτοκράτορα, δεν θυμόταν πια ακριβώς και δεν είχε σημασία. Αρκετές φορές σχεδόν χαμογελούσε με τη σκέψη του. "Αν ήμουν ουρανός θα είχα την Άρκτο μου, τη μικρή και τη μεγάλη, την Αφροδίτη μου, Αυγερινός το πρωί το βράδυ Αποσπερίτης, και τη Σελάνα μου, να γεμίζει κάθε μήνα και να με κάνει αστραφτερό και διάφανο σαν αλάβαστρο, να αδειάζει και να γεμίζω με κείνα τα αναρίθμητα φωτάκια που αρέσει τόσο στα παιδιά να τα βλέπουν και να μαγεύονται, αλλ΄ όχι να τα δείχνουν, γιατί γιομίζουν τα δάχτυλά τους μυρμηγκιές." "Θα είχα την άρκτο μου" σκέφτηκε και πάλι καθώς ακούμπησε το 38άρι στο γραφείο, "και δεν θα χόρευα για πενταροδεκάρες ομορφιάς όπως του γύφτου η αρκούδα κείνα τα χρόνια στη πλατεία του χωριού για λίγα ψίχουλα, δεν θα ήμουν ένα από τούτα τα εκατομμύρια μυρμήγκια, που απεγνωσμένα παλεύουν για ένα σπυρί, ένα ψίχουλο, μια τρύπα να χωθούν, μία ψυχή να τη πηδούν και να της λεν πως την αγαπούν και πως τους αγαπάει κι αυτή". Πάτησε το play στο στέρεο και την ώρα που η φωνή του Μάλαμα τραγουδούσε "στου δειλινού την άκρη δεν βλέπεις όνειρα, βλέπεις αυτά που γίναν και τα επόμενα, βλέπεις τον άνθρωπο γυμνό να τα πατάν στα στήθια τα πόδια του τα ίδια" έβαλε ένα μπέρμπον και βγήκε στο μπαλκόνι.
Στο βάθος φαινόταν το λιμάνι, δεν τ’ αγαπούσε τα λιμάνια, θυμόταν όλα αυτά τα να βρεις ένα λιμάνι ν’ αράξεις, μια μεγάλη αγκαλιά σα λιμάνι κι άλλα τέτοια, όχι δεν τ’ αγαπούσε πια. Όμως το λιμάνι έφερε στο μυαλό του μια βάρκα, όχι μια συγκεκριμένη βάρκα, δεν είχε στο μυαλό του αναμνήσεις από βάρκες, εκτός ίσως από κείνη του στίχου «τώρα στη βάρκα όπου κι αν μπεις άδεια θα φτάσει», μια βάρκα που θα τον έπαιρνε και θα ταξίδευε αιώνια ανάμεσα ουρανό και θάλασσα χωρίς να χρειαστεί να πονέσει. Το τσιγάρο που κάηκε στο χέρι του τον γύρισε πίσω. "Δε γίνεται, δε γίνεται." Μια βάρκα γυρίζει πάντα στο λιμάνι, κι αυτός δεν ήθελε λιμάνια. "Θα φύγω" είπε φωναχτά, "θα φύγω".
Κάπνισε ένα τσιγάρο ακόμη, ήπιε το μπερμπον με μιας και γύρισε στο γραφείο του. Άνοιξε τον υπολογιστή, έγραψε κάτι και όπλισε το 38άρι.

"Ρε σεις τα μάθατε! Ο Νικηφόρος τίναξε τα μυαλά του, σας τα λεγα ρε μαλάκες ότι ο τύπος είχε λαλήσει, σας το λεγα, όλο θα φύγω και θα φύγω ήταν, όχι ανοησίες μου λέγατε, τον πήραν από κάτω τα πενήντα του χρόνια μου λέγατε και μαλακίες. Και ξέρετε ρε, τον βρήκαν πεσμένο στο γραφείο του με το κεφάλι του, τέλος πάντων ότι είχε απομείνει απ’ αυτό, πεσμένο δίπλα στο πληκτρολόγιο, κι όταν καθάρισαν τα μυαλά του απ’ την οθόνη, έγραφε:
«Εγώ φεύγω, εσείς τώρα ….άντε γαμηθείτε»"




© Assimina

Δευτέρα, 16 Απριλίου 2018

April, Sara Teasdale



Λάμπουν οι στέγες απ' τη βροχή.
Oι σπουργίτες πετώντας φλυαρούν,
Και με μια απριλιάτικη φλύαρη χάρη
Τα μικρά σύννεφα περνούν.
Γκρίζες και γυμνές είναι ακόμη οι πίσω αυλές
Μ’ ένα ανάλλαχτο δέντρο μοναχά—
Σίγουρη τόσο για την Άνοιξη δεν θα μπορούσα να 'μαι
Εκτός από ότι, αυτό εντός μου τραγουδά.

 μτφρ.: ασημίνα λαμπράκου


The roofs are shining from the rain.
The sparrows tritter as they fly,
And with a windy April grace
 The little clouds go by.
Yet the back-yards are bare and brown
With only one unchanging tree—
I could not be so sure of Spring
Save that it sings in me.



© Assimina

Πέμπτη, 12 Απριλίου 2018

μολοντούτο(*)


Αν η γραφή είναι έκφραση
η συγγραφή κι έκδοσή της, επικοινωνία
τότε η κριτική αναφορά αποτελεί το σημάδι μιας πρόσληψης των νοημάτων του γράφοντος
βάσει των ικανοτήτων του παραλήπτη να "βλέπει", ερμηνεύει, τοποθετεί
Μολοντούτο, η επικοινωνία ακόμη λείπει
Δεν συμπληρώνεται παρά την ευτυχή στιγμή που κάποιος θελήσει να συνομιλήσει μέσα από
το δικό του γραπτό, με μέρος ή το όλον των σκέψεων, εικόνων, βιωμάτων, που παραθέτει η
γραφή-συγγραφή-έκδοση ενός
Κριτική κι επικοινωνία τελούνται με εργαλεία που διαθέτει ο καθένας:


– προσωπικά: γνώση, ενσυναίσθηση, αντιληπτική ικανότητα, ικανότητα ανάπτυξης συγκριτικής και παραγωγικής σκέψης, επιδιώξεις, προθέσεις
– αντικειμενικά: φιλοσοφία, επιστήμη, κοινωνικό γίγνεσθαι της εποχής του, κοινωνική 
θέση, τάσεις, κύκλοι 
σίγουρα και άλλα που δεν είμαι σε θέση να αριθμήσω


(*)
ο μεταφραστής του: ΦΡΑΝΚΕΣΤΑϊΝ, χρησιμοποιεί τη λέξη τόσες φορές που
έχει κρεμαστεί στον τοίχο απέναντί μου, εκτελώντας δεξιά κι αριστερά από το 
καρφί της, αρμονικές κινήσεις στο ρυθμό ενός παλιού ξύλινου ρολογιού τοίχου 
με εκκρεμές και κούκο που επαναλαμβάνει στη διάρκεια μιας των ταλαντώσεων 
κάθε φορά από μια φορά τη λέξη: μολοντούτο - μολοντούτο - μολοντούτο 

για τις σκέψεις που αραδιάζω, υπεύθυνος είναι ο μεταφραστής του: 
ΑΝΕΜΟΔΑΡΜΕΝΑ ΥΨΗ της ΑΓΡΑ, με την εκτεταμένη για τις 
αναγνωστικές μου αντοχές σε αναλύσεις, εισαγωγή του, που προσφέρει 
υλικό να γεννηθούν παρατηρήσεις σκέψεις αναζητήσεις γνώση


© Assimina