Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2018

α ρε Μαρσέλ!


 να σε πάρει ο διάολος, Μαρσέλ!
τώρα που η μείωση της οστέινης μάζας και οι πόνοι με σκύβουν προς τη γη,
μου βάζεις ξυλοπόδαρα και με ψηλώνεις να γεφυρώσω την απόσταση στο
χρόνο που χάθηκε!
αν διάβαζα αυτό το τέλος νωρίτερα από τα εξήντα μου, θα το είχα σίγουρα
ξεχάσει τώρα που το χρειαζόμουν να αισθάνομαι έτσι ψηλή γερνώντας
να σε πάρει ο διάολος!






Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2018

ο Brendan Gill για την Dorothy Parker και το έργο της


αποσπάσματα από τα κείμενα όπως δημοσιεύτηκαν στο e-περιοδικό Staxtes


Υπάρχουν συγγραφείς που ξεχνιούνται από τον κόσμο πολύ πριν πεθάνουν, και αν αυτό κάποιες φορές πρόκειται για επιλογή, πιο συχνά είναι ένας «θάνατος» που επιβάλλεται από άλλους και δεν είναι εύκολο να το αντιμετωπίσεις. Ένας συγγραφέας απολαμβάνει μια δημοτικότητα, και, όταν αυτή περάσει, είτε συναινεί να υπομείνει την αφάνεια στην οποία αναγκάστηκε, είτε προσπαθεί σκληρά κόντρα σε αυτό επί ματαίω, με μια πικρία που τείνει να αυξάνει όσο οι δυνάμεις του ελαττώνονται. Άσχετα με το πόσο καλά ή άσχημα συμπεριφέρεται, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Εάν το έργο έχει κάποια ποιότητα, διασώζεται και μετά το πέρασμα της δημοσιότητας, αλλά ο δημιουργός δεν απολαμβάνει πλέον αναγνώριση. Ακόμη κι αν συνεχίζει να γράφει, αντιμετωπίζει την κόλαση ενός μισοξεχασμένου, και οι σημειώσεις της  «αναγγελίας τού θανάτου του», διαβάζονται με μια επιπόλαια, απερίσκεπτη δυσπιστία: ποιός θα μάντευε πώς ο κουρελιάρης γερολογάς παραμυθιών το έκρυβε μέσα του να εμμένει τόσο άγρια; τι στον κόσμο περιμένει; ελπίζοντας σε τι; τρέμοντας;

***

Αναγνώστες που έρχονται σε επαφή με το έργο της κυρίας Πάρκερ για πρώτη φορά, ενδεχομένως βρουν τόση δυσκολία να κατανοήσουν την  υψηλή θέση που κρατούσε η Ντόροθι Πάρκερ στον κόσμο της λογοτεχνίας σαράντα ή πενήντα χρόνια πριν, όση να αντιληφθούν την περιφρόνηση των κριτικών στην οποία αργότερα περιήλθε. Η πρώτη προφύλαξη στην περίπτωση τέτοιων αναγνωστών, είναι να θυμούνται το γεγονός πώς, ο επονομαζόμενος «κόσμος» που της έδωσε τη φήμη, ήταν στην πραγματικότητα, ένας στενός κύκλος (ανθρώπων) και, σαν όλους τους κύκλους, θεωρούσε τον εαυτό του πολύ πιο μεγάλο και πιο σπουδαίο από ότι ήταν. Οι κριτές του έπραξαν ορθά να εγκωμιάσουν την κ. Πάρκερ, αλλά εκείνη ήταν καλύτερη συγγραφέας από ότι οι ίδιοι αυτοί θεώρησαν, και η διαφορά ανάμεσα στο ποια ήταν και στο ποια εκείνοι υπέθεσαν πως ήταν, ενείχε αρκετούς κινδύνους για την ίδια. Όχι ο πιο ασήμαντος από αυτούς, ήταν η πιθανότητα ότι, όταν οι πρωταγωνιστές της θα έφταναν να πεταχτούν στον σκουπιδοτενεκέ, εκείνη θα περνούσε στη λήθη επίσης.

***

Η πιο δημοφιλής ποιήτρια του 20ου αιώνα, πριν από την Πάρκερ, ήταν η Edna St. Vincent Millay, η οποία συχνά εθεωρείτο να έχει χρησιμεύσει ως φιλολογικό μοντέλο γι’ αυτήν (Πάρκερ). Δεν ήταν καθόλου έτσι· για έναν λόγο: η Millay υπήρξε μια περισσότερο ικανή στιχουργός από την κυρία Πάρκερ, με μια μαεστρία πάνω σε πολλές ποιητικές φόρμες που η κυρία Πάρκερ ποτέ δεν επεχείρησε, και, για έναν ακόμη λόγο: η δεσποινίς Millay έχαιρε ενός πολύ μεγαλύτερου βεληνεκούς εκφραστών συναισθημάτων, για τα οποία ξόδεψε μια ζωή σκληρής διανοητικής προσπάθειας να τα διερευνήσει. Πάλεψε σκληρά για να καταφέρει να φτάσει το τέλειο, και αν η προσπάθεια αποτύγχανε, αυτό παρήγαγε ένα πλήθος αρκούντως αξιοπρόσεκτου όγκου ποιημάτων. Η κυρία Πάρκερ δούλεψε λιγότερο σκληρά και λιγότερο σταθερά και δείλιαζε στην προσεκτική ενδοσκόπηση: τα βάθη ήταν εκεί, και θα έπρεπε από καιρού εις καιρόν να ρίχνει μια ματιά εντός τους, αλλά δεν ήταν προετοιμασμένη να κατέβει και να περπατήσει στις όχθες τους.
Ο πραγματικός λογοτεχνικός μέντοράς της ήταν εκείνη η αυστηρή αρσενική γεροντοκόρη, ο A. E. Housman, που με τη βοήθεια υψηλής ευφυΐας, κλασικών γνώσεων, και ένα εκλεκτό αυτί, κατάφερε να τρέψει το επαναλαμβανόμενο κλαυθύρισμα σε σπουδαία ποίηση. 

***

Τα βασικά στοιχεία της μακρόχρονης, όπως ήταν, ζωής της Ντόροθυ Πάρκερ, αναφέρονται συνοπτικά· και είναι κρίμα, εφόσον λίγες καριέρες, μετά από ένα λαμπρό ξεκίνημα, μπορεί να παρατηρηθεί να έχουν το ίδιο χωρίς διακοπή και λυπηρά εξαλειφθεί.
Γεννήθηκε ως Ντόροθυ Ρότσιλντ, το 1893, στο παραθεριστικό οικογενειακό κατάλυμα στο Γουέστ Έντ του Νιού Τζέρσεϋ. Η μητέρα της, που πέθανε στη νηπιακή ηλικία της Ντόροθυ, ήταν Σκωτσέζα· ο πατέρας της ένας πλούσιος κατασκευαστής ενδυμάτων (εργοστασιάρχης), δεν είχε καμία σύνδεση με την τράπεζα Ρότσιλντ. Μεγάλωσε στη Νέα Υόρκη, αποστρεφόμενη έντονα τον αυστηρό πατέρα της και την ακόμη πιο αυστηρή μητριά της· παρακολούθησε σχολείο σε ένα καθολικό μοναστήρι γυναικών στο Μανχάταν και το Dana’s School στο Μοριστάουν, στο Νιου Τζέρσεϋ· το 1916, έχοντας πουλήσει μερικά ποιήματα στον Frank Crowninshield, εκδότη της Vogue, κέρδισε μια θέση «κύριου αρθογράφου» στο περιοδικό. Η αποστολή της ήταν να υποτιτλίζει φωτογραφίες και σχέδια μόδας και ο μισθός της ήταν δέκα δολάρια την εβδομάδα. Έγινε μία από τις αναρίθμητες πνευματικές προστατευόμενες του Crowninshield, και, πάνω στον ένα χρόνο, της προσέφερε μια πολύ καλύτερη θέση σε ένα άλλο περιοδικό του οποίου ήταν (επίσης) εκδότης –το γοητευτικό και κομψό Vanity Fair.

***

Ανατέθηκε στην κυρία Πάρκερ να σχολιάζει αδιαφορώντας για τις συνέπειες και ίσως είναι αυτό που στάθηκε η αφορμή να κάνει τόσο ιδιόμορφα ριψοκίνδυνη κριτική σε άλλες στιγμές της ζωής της. Δεν ήταν αληθινό, ή ήταν αληθινό για όσο διάστημα χρειαζόταν η ίδια να είναι. Ήταν ασυζητητί περήφανη για αρκετά από τα ποιήματα και τις ιστορίες της· ήταν προπάντων υπερήφανη όταν της ζητήθηκε να συναντηθεί για το Viking Portable. Ήταν λιγότερο υπερήφανη για τη συγγραφή σεναρίων που είχε κάνει, και δικαίως έτσι, γιατί σε κάθε σχεδόν περίπτωση χρησιμοποιήθηκαν από άλλους και αλλοιώθηκαν με τον παραδοσιακό τρόπο του Χόλλυγουντ. Έγραψε έναν μεγάλο αριθμό από βιβλιοκριτικές, περισσότερες για το The New Yorker και το Esquire, και, παρότι εκείνη την περίοδο τις είχε πιθανά θεωρήσει σαν ξεθωριασμένα εμπορικά κομμάτια, τις ψείρισε με τόσο μεγάλη προσοχή σαν να ήταν μυθιστόρημα. Δεν είχε, όπως ο Wilson, ένα φυσικό χάρισμα για λογοτεχνική δημοσιογραφία –όπου εκείνος έριχνε το πλατύτερο δυνατό δίχτυ και έσερνε, προς έκπληξη του κόσμου, μια χωρίς προηγούμενο ποικιλία συναρπαστικών θαλάσσιων τεράτων. Η κυρία Πάρκερ ασχολήθηκε με βιβλία και συγγραφείς σε μικρότερη κλίμακα, κάποιες φορές με ένα επιπόλαιο είδος ανησυχίας. Φοβόταν προφανώς πως ο έπαινος που απένεμε με τις κριτικές της, θα προσέφερε στους αναγνώστες μικρότερη ευχαρίστηση από ότι η μιας γραμμής μοχθηρές απορρίψεις της για τις οποίες υπήρξε γνωστή. (“Tonstant Weader fwowed up”).(1)


σύνδεσμοι, παραπομπές σε ολόκληρα τα κείμενα: (I) (IIa) (IIb) (III) (IV)


© Assimina

Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2018

«τ᾿ ἄνθη ἀνοίγουν τὸ μοναδικὸ παράθυρο»


 «τ᾿ ἄνθη ἀνοίγουν τὸ μοναδικὸ παράθυρο»*

Ξεπάρθενη ποίηση, κύριε Νίκο
Δίχως φυλλώματα ρούχα και φκιασίδια
κλίνει το γόνυ ανηλεής στου ποιητή τη μοίρα

Δυο γωνιές κι άλλη μια
μέχρι τη Σανταρόζα
όπου γυμνοί εκάθησαν δυο κάλυκες πορτοκαλανθοί
στη τσιμεντέρημο δεξιά απ’ το σπουργίτι

Κάτοικε του ουρανού
απλώνει η φωνή σου σε κάθε όνειρο
Και το υπόλειμμα αυτής
σινδόνη των δέντρων στον σκουριασμένο βράχο

Θα σου βουτήξω την απελπισία να την ντυθώ φτερά
μια νύχτα του Νοέμβρη
που ψάχνοντας θα χάνομαι μέσ’ στα βαθειά
τα μάτια των κοράκων.

* στίχος από το: Γαλάζια σπλάχνα, του ποιητή Νίκου Καρούζου




από το νέο χώρο: ενασυνενα 
"αφιέρωμα στη μνήμη του Νίκου Καρούζου"




[η λέξη ξεπάρθενη δεν είναι η περίπτωση που ανέφερα στην προηγούμενη ανάρτηση]


© Assimina

πώς έρχονται οι λέξεις


έγραφα κάποτε ένα κεφάτο ποιηματίδιο 
χρειαζόμουν μια μόνο λέξη να αποδώσω την περίπτωση γυναίκας που δεν είναι παρθένα
γνωστή για την υπερβολική χρήση επιθετικών προσδιορισμών με αρχή το στερητικό, ή και 
όχι στερητικό, άλφα, είπα να πιεστώ να το αποφύγω --άλλωστε δεν ταίριαζε η λέξη
πήγα στο άλλο στερητικό: ξε-
ξεπάρθενη
έλα μου; τι λέξη; τι γύρευε από εμένα, σε μένα αυτή η λέξη; είχε προηγούμενο;
το ψαχτήρι αρνιόταν την ύπαρξη της εκτός από μια μόνο περίπτωση: 
Η ξεπάρθενη, Λιλίκα Νάκου -- 1932 παρακαλώ!

έτσι κάπως έρχονταν οι λέξεις να ξεμυτίσουν από ένα παρελθόν που στεγαζόταν κάποτε στην βιβλιοθήκη του πατέρα... όπως εκείνη η ομηρική(;): μελάνθησαν, εμελάνθησαν κλπ όπως το βρίσκω τώρα που γράφω...

κι άλλες ακόμη, πολλές

ίσως να θέλω με ό,τι γράφω, όχι να κάνω απλώς μια "εισαγωγή" στο επόμενο ποίημα που θα φανερώσω, αλλά να υποστηρίξω πως στους ανθρώπους που διαβάζουν χωρίς την ανάγκη ή και την ικανότητα της αποστήθισης, λειτουργεί ένας ασφαλής μηχανισμός μνήμης ο οποίος σώζει κάπου λέξεις που έκαναν εντύπωση και το άτομο τις αναθυμάται στο απώτερο μέλλον του, ταιριάζοντας τες με ακρίβεια σε κείμενό του χωρίς να έχει καν πρόχειρη πιθανόν, την έννοια και προέλευσή τους


© Assimina

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2018

βήτα διανομεύς βαθέος μπλε


βήτα διανομεύς βαθέος μπλε


αν υπάρχει ένας κοινός τόπος όπου συγκεντρώνονται οι σκέψεις όσο ο χρόνος παγώνει έξω από αυτές, είναι ένα γαλακτώδες νέφος που σηκώνεται από το έδαφος, ανάμεσα στην πόλη και το βουνό που την ορίζει· ας μην είναι ορατά από τη μεριά που τα έχει τοποθετήσει το βλέμμα

στο πλήρες κενών δωμάτιο του ορόφου της Μοσχονησίων, η Χάνα καθαρίζει τις βρυσούλες των ματιών της πάνω από τη μύτη και κοιτώντας έξω από το τζάμι τις λεωφόρους
ύστερα ισιώνει τα γυαλιά με τα δάχτυλα που σφίγγουν το τσιγάρο –δακρύζει
στρέφει έπειτα με δύναμη, τσίγαρο και μέσος καταδικάζουν, "κάνετε λάθος Ζήσιμε να προσδιορίζετε τους ανθρώπους με αγαθή προαίρεση με ιδιότητες των πλανημένων ναρκίσσων," λέει με εμπάθεια δυσανάλογη με τους τρόπους που την χαρακτηρίζουν προς τον άντρα, "οι αγαθής προαίρεσης άνθρωποι αγαπούν τις λέξεις και τις αισθάνονται όσο και τον αδύναμο άνεμο στα μάγουλά τους: ένα ισχυρό βάθεμα στιλέτου που διαπερνά τις αισθήσεις σκούζοντας σαν καμτσίκι πάνω σε δέρμα αλόγου"

εκείνος, σα να άκουσε και σα να μην άκουσε, σκύβει περισσότερο ανάμεσα στους ώμους και, σαν όρνεο των ερήμων, στρίβει το κεφάλι προς τον άλλον: "θεωρείτε λοιπόν Σίγκμουντ, πως η χαρά που περιέχει θλίψη, ορίζει κάποιο είδος, έναν τύπο, γενναιότητος;(*)", απευθύνεται.

ησυχία, μη κίνηση διαπερνά τον ήχο που ανεβαίνει από την πόλη
η Σιμόν καθισμένη σε μισή απόσταση από τον καθένα τους, μετράει 27 πόντους με το βελονάκι, έπειτα, σαν παγώνι στο μακρύ λαιμό της, στρέφει το κεφάλι και κάτω από το χαμόγελο του βλέμματος, ρωτάει: λοιπόν;

οι άνθρωποι παίρνουν τις αρχικές τους θέσεις στη σκηνή
συντονίζονται στον ήχο που κάνει το βελονάκι προχωρώντας πάνω στο πλεκτό, περιμένουν

ο Σίγκμουντ καθισμένος ολόισια στην καρέκλα, ανέκφραστος, δίνει μηδενικό σημάδι διάθεσης για κουβέντα
ωστόσο, ένας θα μπορούσε να υποθέσει πώς σκέφτεται ή και πως σημειώνει, αν τοποθετούσαμε ένα φύλλο χαρτιού, έστω λεκτικά, στη σκηνή· κάτι όπως: ύφος, ήθος, αν ήθελε κάποιος να διαφοροποιήσει το ήθος του θα μπορούσε να αντιγράψει έναν άλλον, να τον κλέψει, κλοπή ήθους για καλλωπισμό ψυχής, κλοπή χαρακτήρα για άλλη προσέγγιση ανθρώπου, ήθος, ύφος, το ύφος σύμφυτο του ήθους;, θα μπορούσε το ύφος να σκεπάσει τα πυρηνικά χαρακτηριστικά;, ήθος, ύφος, λεκτικό, –κινήσεις προσώπου, σώμα, – είναι το ύφος σύμφυτο του ήθους κάποιου;

αν υπάρχει ένας κοινός τόπος όπου συγκεντρώνονται οι σκέψεις όσο ο χρόνος παγώνει έξω από αυτές, είναι ένα γαλακτώδες νέφος που σηκώνεται από το έδαφος, ανάμεσα στην πόλη και το βουνό που την ορίζει· ώρα πρωινή, ακριβώς τη στιγμή που η ομίχλη ενοχλεί τη συναρπαγή ._




[από την ενότητα: σκηνές - ποινές, γράμμα σ' ένα φίλο] 

τρίτη δημοσίευση 

(*) υπάρχει ένας στίχος του Λόρκα που με προβληματίζει

© Assimina

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2018

Θοδωρής Βοριάς, Αδικαιολογήτως παρών στον κόσμο



 κβ΄

Ἀδικαιολογήτως παρὼν στὸν κόσμο
Νά ’ρθεις γιὰ λίγο
νὰ μ’ ἀντικαταστήσεις
κι ἀντάλλαγμά σου τὸ μπαλκόνι μου,
ὁ ἣσυχος μικρός μου κόσμος
-τὰ σμήνη τῶν περιστεριῶν,
ὁ δρόμος τῶν περαστικῶν ζητιάνων,
οἱ ἀνέκφραστοι ὑπήκοοι
στὴ στάση τῶν ἀστικῶν…

Νὰ καθίσεις στὴ θέση μου,
νὰ μοῦ δώσεις τὰ πόδια σου
νὰ σηκωθῶ, νὰ τρέξω.
Νὰ μοῦ δώσεις τὰ μάτια σου
κι ἓνα δρόμο ἀγαπημένο.
Νὰ μοῦ δώσεις τὴν καρδιά σου
καὶ μιὰ μάχη, νὰ μ’ ἀνάψει.

Γιὰ δυὸ τρεῖς ὣρες
ἀδικαιολογήτως παρὼν
στὸν κόσμο σου.


---
 από τη συλλογή:  
Στιγμὲς ἀπὸ τὸ ρεπερτόριο τοῦ θανάτου, 
 Θεσσαλονίκη 2018
 


© Assimina

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2018

Κ. Θεοτοκης, το πίστομα




      Tην ημέραν εκείνην ο ήλιος δεν εφάνη στην Aνατολή γιατί ο ουρανός είτουν γνέφια γιομάτος και το φως μετά βιάς επλήθαινε.



© Assimina