Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χούλιο Κορτάσαρ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χούλιο Κορτάσαρ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2020

Χούλιο Κορτάσαρ, Το Βιβλίο του Μανουέλ

 

 […] καθώς και του φτεροκοπήματος των εντόμων γύρω από τη λάμπα, που αποτελεί έναν απ’ τους πολλούς τρόπους να ανταποκριθείς στο παράλογο (κατά βάθος αυτό θα πει homo faber, αλλά υπάρχουν τόσα faber, νούμερο ένα, δύο, τρία, μυτερά ή φαγωμένα, ολόκληρα ή κολοβά), για όλους αυτούς τους λόγους και για πολλούς παρόμοιους θα ‘ρθει μια στιγμή που εκείνος που σου ’λεγα θα θεωρήσει πως φτάνει πια το απερίσκεπτο αν και άκρως φαντασμαγορικό jerk που χορεύουν τα κολεόπτερα, τα κουνούπια και τ’ αλογάκια της Παναγίτσας γύρω από τη λάμπα, και τότε, πάντα στο πλαίσιο της ίδιας μεταφοράς, θα τη σβήσει ξαφνικά, θα παγώσει στιγμιαία μια συγκεκριμένη φάση όπου όλα τα έντομα φτεροκοπούν, θα παγώσει την κίνησή τους, έτσι που με την απότομη στέρηση του φωτός θα εντυπωθούν στο τελευταίο βλέμμα εκείνου που σου ’λεγα τη στιγμή που θα σβήνει τη λάμπα, και το μεγαλύτερο αλογάκι της Παναγίας, που πετούσε μακριά και ψηλά πάνω απ’ τη λάμπα, θα μείνει συμμετρικά τοποθετημένο ως προς το κόκκινο λεπιδόπτερο που διέγραφε την ελλειπτική τροχιά του κάτω από τη λάμπα, κι έτσι διαδοχικά τα διάφορα έντομα, ξαφνιασμένα και καλοκαιρινά, θα υιοθετήσουν ιδιότητες σταθερών και οριστικών σημείων μέσα σε μια εικόνα που θα άλλαζε απείρως με μια στιγμή φωτός παραπάνω ή παρακάτω. Κάποιοι θα το πουν επιλογή, μεταξύ άλλων κι εκείνος που σου ’λεγα, ενώ άλλοι θα το βαφτίσουν τύχη, μεταξύ άλλων κι εκείνος που σου ’λεγα, γιατί εκείνος που σου ’λεγα ξέρει πολύ καλά ότι έσβησε τη λάμπα σε μια δεδομένη στιγμή και ότι το έκανε επειδή αποφάσισε να το κάνει εκείνη τη στιγμή, και όχι πριν ή μετά, αλλά επίσης ξέρει πως ο λόγος που αποφάσισε να πατήσει το διακόπτη δεν ήταν το αποτέλεσμα κάποιου μαθηματικού υπολογισμού ούτε κανενός λειτουργικού λογισμικού, παρά γεννήθηκε μέσα του, όντας μέσα του μία ιδιαίτερα ασταθής και αβέβαιη ιδέα, όπως ξέρει ο καθένας που ερωτεύεται ή παίζει πόκερ τα σαββατόβραδα.

Το βιβλίο του Μανουέλ, Χ. Κορτάσαρ  [3 9 2016]

 

εκδ. Κέδρος

μτφρ.: Βασιλική Κνήτου

 

 

© Assimina

Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2018

[ Είχε γεύση αλατιού και πέτρας. ], Χούλιο Κορτάσαρ



Κατεβαίνοντας τη σκάλα, τρικλίζοντας κάτω από το βάρος
ενός τεράστιου μπόγου απ' τον οποίο ξεπετάγονταν ξηλωμέ-
να μανίκια από πανωφόρια, σκισμένες εσάρπες, παντελόνια ψα-
ρεμένα απ' τα σκουπίδια, ρετάλια, ακόμα κι ένα κουβάρι μαυ-
ρισμένο σύρμα, η κλοσάρντ έφτασε στο κατώτερο σημείο της
αποβάθρας κι έβγαλε ένα επιφώνημα μεταξύ μουγκανητού και
αναστεναγμού. Πάνω από μια αλλοπρόσαλλη βάση όπου στοι-
βάζονταν "κορμάκια", χαρισμένες μπλούζες κι ένα θεόρατο
σουτιέν για απειλητικά στήθη, είχαν προστεθεί τώρα δύο, τρία,
ίσως και τέσσερα φορέματα, όλη η γκαρνταρόμπα, μια εσάρπα
που συγκρατιόταν από μια μπρούτζινη καρφίτσα μ' ένα πράσι-
νο και κόκκινο πετράδι, και πάνω στα απίστευτα ξανθοβαμ-
μένα μαλλιά κάτι σαν τουρμπάνι, πράσινο, από τούλι, που κρε-
μόταν απ' τη μια μεριά.
   "Μα δεν είναι υπέροχη;" είπε ο Ολιβέιρα. "Έρχεται να σα-
γηνεύσει αυτούς πάνω στη γέφυρα."
   "Πώς φαίνεται ότι είναι ερωτευμένη" είπε η Μάγα. "Και
πώς έχει βαφτεί, κοίτα τα χείλη της. Και το ρίμελ! Έβαλε ότι
είχε και δεν είχε."
[...]
   "Σαν αρκούδα είναι."
   "Είναι τόσο ευτυχισμένη" είπε η Μάγα, σηκώνοντας μια
πετρούλα και κοιτάζοντας την από όλες τις μεριές.
   Ο Οράσιο της πήρε την πέτρα και την έγλειψε. Είχε γεύση
αλατιού και πέτρας.
   "Δική μου είναι" είπε η Μάγα, κάνοντας να του την ξανα-
πάρει.
   "Ναι, αλλά κοίτα τι χρώμα παίρνει όταν είναι μαζί μου.
Μαζί μου φωτίζεται." 
[...]
   "[...]                                             Είμαι σαν κι αυτήν, κοίτα
την πώς χορεύει, κοίτα, είναι σαν φεγγάρι, ζυγίζει πιο πολύ κι
από βουνό και χορεύει, κουβαλάει τόση βρομιά και χορεύει. Το
είπα, έτσι, για παράδειγμα. Δωσ' μου την πετρούλα."



από το "το Κουτσό"
Χ. Κορτάσαρ
μτφρ.: Αχιλλέας Κυριακίδης
εκδ. opera



© Assimina

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2018

[ Αφήσου να πέσεις, χελιδόνα ], Χ. Κορτάσαρ


                             

                               […] Η Μάγα δεν ξέρει ποιος είναι ο Σπινό-
ζα. Η Μάγα* διαβάζει ατελείωτα μυθιστορήματα Ρώσων, Γερμα-
νών και του Πέρεθ Γαλδός, και τα ξεχνάει αμέσως. Ούτε που θα
της περάσει ποτέ  απ’ το μυαλό πως με καταδικάζει να διαβάζω
Σπινόζα. Ανήκουστος κριτής, κριτής με τα χέρια της, με το πώς
τρέχει στο δρόμο, κριτής με το πώς με κοιτάζει και με γδύνει,
κριτής επειδή είναι χαζή, δυστυχισμένη, ανήσυχη, αργόστρο-
φη, λιγότερη από το τίποτα. Κριτής για ό,τι γνωρίζω με την πι-
κρή μου γνώση, με τα σκουριασμένα ακαδημαϊκά μου κριτήρια,
τα κριτήρια του πεφωτισμένου, για όλα αυτά κριτής. Αφήσου
να πέσεις, χελιδόνα, μ’ αυτό το κοφτερό ψαλίδι σου που σκί-
ζει τον ουρανό του Σεν Ζερμέν-ντε-Πρε, ξερίζωσε αυτά τα μά-
τια που κοιτάζουν χωρίς να βλέπουν, είμαι καταδικασμένος αμε-
τάκλητα, γρήγορα στο γαλάζιο ικρίωμα όπου με ανεβάζουν τα
χέρια της γυναίκας που φροντίζει το παιδί της, γρήγορα η ποι-
νή, γρήγορα η ψεύτικη τάξη της μοναξιάς, της ανακτημένης αυ-
τάρκειας, αυτογνωσίας, αυτοσυνείδησης. Και μαζί μ’ όλη αυτή
την επίγνωση, μια ανώφελη λαχτάρα να οικτίρω κάτι, να βρέ-
ξει εδώ μέσα, ν’ αρχίσει επιτέλους να βρέχει, να μυρίσει χώμα, να
μυρίσει ζωντανά πράγματα, ναι, επιτέλους ζωντανά πράγματα.



 *
"μάγα", (ωραία ελληνική μεσαιωνική λέξη) : μάγισσα
αντιδάνειο του βεν. "maga"
η μεταφράστρια στα γαλλικά απέδωσε το όνομα La Maga ως
Sibylle: Σίβυλλα
(περισσότερα, στις Σημειώσεις της έκδοσης, σ. 693)


 Κουτσό

 μέρος από το κεφάλαιο 21
σελίδα 129 

Χούλιο Κορτάσαρ
εκδ. opera
μτφρ.: Αχ. Κυριακίδης



© Assimina