Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στράτος Φουντούλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στράτος Φουντούλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 28 Ιουλίου 2021

ΣΤΡΑΤΟΣ ΦΟΥΝΤΟΥΛΗΣ, Σημειωματάριο βαρύτητας

 

ψάχνω μέρες να βρω έναν τρόπο να παρουσιάσω το βιβλίο, το πρώτο βιβλίο του Στράτου Φουντούλη: Σημειωματάριο βαρύτητας, πεζά και άλλα, εκδόσεις ΑΩ με προλόγισμα από του Δημήτρη Φύσσα

ο ίδιος, εικαστικός με διακριτή ταυτότητα στο είδος του, και γραφιάς ηλικίας, ηλικία γραφής, περί τα σαράντα έτη, δύσκολο να βρω τρόπο, φωτογραφία - κείμενο, που να θεωρώ άξιο του δημιουργήματος και της ιδιαιτερότητάς του ως γραφή

πώς να εξηγήσω, ή μάλλον, να αποδώσω την συγκίνηση να διαβάζω το τέλος κειμένων του να αποδίδουν την σημαντικότητα του ελάχιστου; του μικρού τρυφερού; του τέλους μιας πλάγιας διερώτησης με τον θόρυβο του ακαριαίου; 

"[...] Θέλω να σου πω κάτι.

Πες μου.

Ο ήλιος είναι το μάτι του θηρίου." (σελ. 26)


"[...] Όλα για τον ελάχιστο σεβασμό στο εισι-
τήριο που κάποιοι έχασαν και που άλλοι

ακόμα κρατούν." (σελ.  58)

 

"[...] Τι κίνδυνος να χαθούν τέτοια
ταξίδια, τέτοιες βουβές Παρασκευές που
λάμψεις επέστρεφαν στα όνειρά μας. Είχαμε
πολλά χαρίσματα· θυμάσαι εκείνο το λεπτό
στη βροχή;

"Κουμπώσου", είπες. (σελ. 64)



Ξεκίνησα να τον διαβάζω το 2013
Μου τον συνέστησε τότε, ο φίλος και συνάδελφος Βασίλης Ζαρίφης, ο padrazo ως blogger
2014 τον συστήνω, μαζί με τρεις ακόμη ποιητές, στις τότε φβ επαφές μου
Το 2017 διαβάζοντας Γιώργο Χειμωνά, μια σειρά ανυπότακτων συνειρμών τους οποίους δεν μπορώ να ανακαλέσω σήμερα, με κάνουν και γράφω με έξαψη το παρακάτω κείμενο:

"ο Χειμωνάς, ο Στράτος κι η γρια Σταθού"

διαβάζω ΓΧ και σκέφτομαι πως ο ΣτΦ σήκωσε τις τελείες του Χ, σαν κοτσύφι ή χελιδόνι ή έστω ένα χνούδι λεύκας που πάνω του αισθητοποιείται η καταχωρημένη ήδη άνοιξη έξω από τα παράθυρά μου, κι έπειτα λέω: Κύριοι, ναι! Κύριοι άνθρωποι, ότι κι αν γράψουμε, ποίηση είναι η γριά Βαγγελία που βαδίζει τις οδούς της γειτονιάς μας, βαστώντας το μπαστούνι της σαν το τρίτο πόδι του άντρα της που έχει χαθεί κι η Σταθού που κάνει συντροφιά στους ηλικιωμένους της πι χαράς τις ώρες του δυτικού φωτός, κι εκεί ησυχάζω για την ώρα ._

2021 και, με χαρά και τιμή κρατάω στα χέρια μου το πρώτο του βιβλίο: "Σημειωματάριο βαρύτητας" Το προλόγισμα του Δ Φύσσα λέει ό,τι πρέπει να ειπωθεί για τον δημιουργό και το έργο του αυτό Το κείμενο. δε, του οπισθόφυλλου αποτελεί χαρακτηριστικό του Φουντούλη δείγμα σκέψης-έκφρασης, τόσον που να με αναγκάσει να πω: αυτό είναι πορτραίτο του

"Το ότι άλλοι έζησαν για λογαριασμό μου το
όνειρο είναι ευρέως γνωστό. Αυτό όμως που
παντελώς αγνοείτε είναι ότι ουδεμία συμ-
μετοχή δήλωσα στον τρόμο σας μπρος στη
ζωή, αντιθέτως ήμουν παρών κάθε φορά που
εκφραστήκατε με αυτοσαρκασμό. Ελπίζω δε
να δεχτείτε ότι υπήρξατε σφάλματα μέσα
στην πλάνη που σας προσέφερα, γιατί εγώ
δεν έζησα

ποτέ."

Χαρά, λοιπόν, και τιμή, που, αν δεν έπνιγα τον αυθορμητισμό μου, θα ανακοίνωνα με τον γνώριμο οπαδικό μου τρόπο δήλωσης ενθουσιασμού: ο Στράτος Φουντούλης επιτέλους στο χαρτί! όλε!

Στράτο, συγχαρητήρια! Να αγαπηθεί!



                                                                                                                  α.λ.

 

                                                                                                          Απρίλιος του 2021

 

© Assimina

Τρίτη 10 Μαρτίου 2020

Στράτος Φουντούλης, SEPIA




ΙΧ.

Τελευταία παρατηρείται μια δυσανάλογη κατανάλωση χαρτιού
σε σχέση με τις σκιές που πλησιάζουν κάθε πρωί στο γραφείο,
συνήθως ξεκινούν από το κάτω συρτάρι κι ανεβαίνουν σιγά
σιγά έως το επάνω, από εκεί ο χώρος όπου γράφω απέχει μόνο
ένα πρωινό τσιγάρο δρόμου. Οι σκιές είναι ο λόγος που το
βράδυ, πριν αποχωρήσω, αφήνω όλα τα συρτάρια του γραφείου
μισάνοιχτα, είναι μία από τις διευκολύνσεις που προσφέρω στη
ζωή. Έως τώρα

κανείς δεν με είχε υποπτευθεί, έστω και ως υποθετικό αυτουρ-
γό αυτής της πράξης.


VI.

Από εδώ σου διηγούμαι τα πάντα χωρίς να σε αγγίζω. Ήρθες
χτες στον νου μου· στεκόσουν εκεί βρεγμένη λίγο πιο πάνω από το
έδαφος, φορούσες όλο κι όλο ένα άσπρο καπέλο, ήταν κι άλλοι
τριγύρω, σε κοίταζαν όπως κοιτούν κομμένο λουλούδι, κι ήσουν
μόνη· κι ένοιωσα να πλανιέται άρωμα γιαπωνέζικου γιασεμιού
και μυρωδιά παλιού χαρτιού σπάνιου βιβλίου, μυρωδιές που μ’
άρεσαν στην αυλή αγαπημένου φίλου –εκείνου που έφυγε για
πάντα– στην οδό Χειμάρας. Με όλα αυτά, μοιραία

Σε ξέχασα, αφέθηκα περιμένοντας τον γνώριμο ήχο του παλιού
μας ρολογιού, τότε παιδί, στη Mowbray Avenue.


X.

Η οχλαγωγία δεν συνηθίζεται εύκολα, ξεφεύγουν σημειώσεις
στο περιθώριο· πετάγονται. Αισθάνεσαι απών σε αυτό που
συντελείται, κάτι από τη μνήμη αντικαθίσταται κι αναρωτιέσαι
για τ’ αμετακίνητα που έγιναν παρελθόν, κι έρχονται πρόσωπα
άλλα να ξεφυλλίσουν δικές μας σελίδες. Πώς γίνεται; Πώς γίνε-
ται να βλέπεις ζωντανά μια δικιά σου προϊστορία, ερήμην σου.
Θυμάμαι τις πολλές Παρασκευές με το παλτό ανοιχτό ν’
ανεμίζει σαν σαλάχι, τότε που σε περίμενα κρυφά, βαδίζοντας
προς το υπόγειο. Τι κίνδυνος να χαθούν τέτοια ταξίδια, τέτοιες
βουβές Παρασκευές που λάμψεις επέστρεφαν στα όνειρά μας.
Είχαμε πολλά χαρίσματα· θυμάσαι εκείνο το λεπτό στη βροχή;

«Κουμπώσου», είπες.


***

(δείγμα γραφής του Στράτου Φουντούλη
από την συμμετοχή του στην περιοδική έκδοση diPgeneration, 2017)




© Assimina

Δευτέρα 24 Απριλίου 2017

Στροφορμή, Λουκάς Λιάκος


(αναδημοσίευση)



Μια μερική κρίση, γράφει ο Στράτος Φουντούλης 


Όσο διάβαζα τη νέα ποιητική συλλογή του Λουκά Λιάκου (Λ.Λ.) τόσο μου επιβεβαιωνόταν το κοινότοπο όσο και ζωντανό, ότι  η λογοτεχνία είναι η συνείδηση του κόσμου και η Ποίηση το βάθος και η ουσία της λογοτεχνίας –ιδιαίτερα όταν η αυλαία ενός ποιητικού πονήματος κλείνει σιωπηλά κι αθόρυβα όπως «μια λέξη μας απόμεινε, μπορεί και δύο»- ναι· διότι το πιστεύω, μια λέξη, μπορεί και δύο θα απομείνουν από τις απόλυτες αλήθειες, τις ίντριγκες, τις ιδεολογίες, τις θρησκείες και τις μικρότητες της ανθρώπινης υπόστασης, θα μείνει μια λέξη, μπορεί και δύο –διότι πάντα, Το Έργο θα είναι αυτό που απομένει.

Τί ζητάς αφού δεν βρίσκεσαι με το πρώτο; /Υπάρχεις όταν πέφτω για ύπνο /παριστάνοντας το φως ή κάτι παρόμοιο. /Στην πραγματικότητα /το μόνο που μας απέμεινε είναι μια λέξη/ μπορεί και δύο.

Ο Λ.Λ. φαίνεται, και είναι μέγα ευτύχημα, έχει βαθύτατα συνειδητοποιήσει ότι: η ανθρώπινη Ζωή είναι Στιγμή και τίποτα περισσότερο -Κι όλο αυτό διαρκεί και λίγο ενδιαφέρει και ξεχνιέται – κι αφήνει πίσω της χυμούς από μια μουσική κρυφή, υπέροχη, μαγική κι ανεπιτήδευτη, ούτε δίκαιη είναι, ούτε άδικη, ούτε ποτέ καταδέχτηκε· ούτε καταδέχεται, ούτε τον «Κύριο» ενδιαφέρει, όπως αναφέρει ο ποιητής, εάν εσύ τριγυρνάς μες στους καπνούς / μια ολόγυμνη καμπύλη / σαν ήχος / βέβηλος.

Ο Λ.Λ. φαίνεται, και είναι μέγα ευτύχημα, έχει βαθύτατα συνειδητοποιήσει το κατά τον Γ.Χ. Ώντεν[1]: «Στις μέρες μας το έργο τέχνης από μόνο του αποτελεί πολιτική πράξη» και ότι η πρώτη ύλη του ποιητικού λόγου και γίγνεσθαι στην κοινωνία και τον κόσμο δεν αποκλείεται –το λέω δίχως καμία βεβαιότητα διότι γνωριζόμαστε μόνον διαδικτυακά- να ξεκινά από μια πρόδηλη ή λανθάνουσα αμφισβήτηση, από μία ή πολλές νεανικές ή παιδικές εμπειρίες, ή· από το ανέβασμα του Εαυτού στη σκηνή, ή ακόμα και από τον εσώτερο προβληματισμό για τον εαυτό του  –και από εκεί, ίσως, αρχίζει ο αγώνας του ποιητή Λ.Λ. όπως διαφαίνεται στο ποίημα με τίτλο «Σαν να σε μαλώνει η μάνα σου»:

Στην αρχή απορείς, ο έρωτας καθημερινός ή αιώνιος; Ολέθριος ή απλό παραμίλημα;  Ο θάνατος πάντα ευσεβής, φανερός μες στην απλότητά του. Απαγορεύεται να υποθέσεις.

Αυτά ως πρώτη ελλιπή ανάγνωση της ποιητικής συλλογής του Λουκά Λιάκου. Ελπίζω να συνεχίσει να προσφέρει ποιητική συνείδηση με φειδώ, μέτρο και σύνεση, δίχως να παρασυρθεί από τις φανερά μεγάλες δυνατότητες του αξιόλογου ταλέντου (μέγας ο πειρασμός στην διαδικτυακή πλέον, εκκλησία του δήμου) που διαθέτει και ξοδευτεί.΄Ελπίζω να συνεχίσει να μας προσφέρει εδέσματα εξαίσια, όπως η τωρινή Στροφορμή, διότι όταν σημαίες και λάβαρα σιγήσουν, το Έργο πάντα, είναι αυτό που θα μας απομείνει. Φωνές σαν του Λ.Λ. μας είναι οδυνηρά αναγκαίες. [Στράτος Φουντούλης]

*

[1] Γ.Χ. Ώντεν, Ο Ποιητής και η Πολιτεία, μτφρ. Ελένη Πιπίνη, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2012, σ. 165-166]


αναδημοσίευση από το e-περιοδικό Staxtes





© Assimina