Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Ρίτσος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Ρίτσος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2016

Μακρονησιώτικα, Γιάννης Ρίτσος


 [...] 

 Εδώ κι οι γάτες είναι αλλιώτικες 
άγριες κι υπομονετικές κι αμίλητες 
δεν τρίβουνε το μάγουλό τους στον αγκώνα μας 
στέκουν στα γόνατά μας και σπουδάζουν 
σπουδάζουν το θάνατο 
σπουδάζουν τη λύπη 
σπουδάζουν την εκδίκηση και την απόφαση 
σπουδάζουν τη σιωπή και την αγάπη 
σπουδάζουν τη ζωή μέσα στα μάτια μας 
οι αχάιδευτες 
οι άγριες γάτες 
οι σιωπηλές γάτες της Μακρόνησος. 

 [...] 

 εκδ. Σύγχρονη εποχή, 2015
 από το ποίημα: Αλλαγή
σελ. 32









© Assimina

Σάββατο 9 Ιουλίου 2016

Ελένη, Γ. Ρίτσος



Μια μέρα που ένοιωσα κάπως καλύτερα, τις παρακάλεσα πάλι
να μου βάψουν το πρόσωπο. Μού τόβαψαν. Ζήτησα έναν καθρέφτη.
Τόχαν βαμμένο πράσινο, με μαύρο στόμα. "Ευχαριστώ", τους είπα,
σα να μην είδα κάτι παράδοξο. Εκείνες γελούσαν. Η μιά τους
γδύθηκε ολότελα μπροστά μου, ντύθηκε τα χρυσά μου πέπλα, κι έτσι
γυμνόποδη με τα χοντρά της πόδια, άρχισε να χορεύει,
πήδησε πάνω στο τραπέζι -- ξέφρενη· χόρευε, χόρευε, υποκλίνονταν
μιμούμενη τάχα τις παλιές μου κινήσεις. Ψηλά, στο μηρό της
είχε μια δαγκωνιά από δυνατά, κανονικά, αντρίκεια δόντια.


Εγώ τις κοίταζα σα νάμουν στο θέατρο· -- καθόλου ταπείνωση ή θλίψη
ούτε αγανάκτηση -- προς τι; Μονάχα επαναλάμβανα βαθιά μου:
"μια μέρα θα πεθάνουμε", ή μάλλον: "μια μέρα θα πεθάνετε"· Κι αυτό
είταν μιά βέβαιη εκδίκηση και φόβος και παρηγοριά. Κοιτούσα κατάματα το κάθε τι, με μια απερίγραπτη, απαθή καθαρότητα, σάμπως
νάταν τα μάτια μου ανεξάρτητα από μένα· κοιτούσα τα μάτια μου τα ίδια
να στέκουν ένα μέτρο μακριά απ' το πρόσωπό μου [...]

Ρίτσος






© Assimina

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2015

Γιάννη Ρίτσου, "Όνειρο Καλοκαιρινού Μεσημεριού"



 "ΜΙΚΡΑ κορίτσια σαπουνίζουν το κεφάλι του ήλιου, κι ο ήλιος
βλαστημάει σαν κακομαθημένο αγόρι που του χώνουν το κεφάλι μες
στη γούρνα για να το λούσουν.
[...]
Το φως
χειρονομεί μαλώνοντας
τ’ αγουροξυπνημένα χελιδόνια.
Κι όμως με τόσο θόρυβο, κοιμούνται ακόμα οι μεγάλοι.
[...]
ΜΗΤΕΡΑ, μη θυμώνεις μαζί μας που δεν μπορούμε να κάτσουμε
σπίτι.
Ο ήλιος μας φωνάζει.
Θα σου φορέσουμε ένα φόρεμα τριανταφυλλί που το πλέκει η άνοιξη
κάτου απ’ τις μυγδαλιές με το βελονάκι της πιο μικρής αχτίνας. Θα σε
πάμε μπροστά στον καθρέπτη να κοιταχτείς, να γελάσεις και να μας
γνωρίσεις.
[...]
ΤΙ ΔΥΝΑΤΑ που κουβεντιάζουν τα πουλιά όταν κοιμούνται.
Μοιάζουν με τα μικρά παιδιά που ολονυχτίς παραμιλάνε λέγοντας το
τραγουδάκι τους, που θ’ απαγγείλουνε στις εξετάσεις.
Εμείς δεν κοιμόμαστε, κι ακούμε τα τραγούδια μας που βουίζουν σαν
μελίσσια γύρω στα χαμομήλια των άστρων και γύρω στην καρδιά μας.
Οι μεγάλοι μας λένε: τεμπέληδες.
Μα εμείς ξέρουμε από δουλειά και καθόμαστε ξύπνιοι ως την αυγή
δουλεύοντας στο μεγάλο γαλάζιο χωράφι για να μη λείψει ο κήπος του
ήλιου πάνου απ’ τους κήπους των ανθρώπων.
Εμείς, κι ας μας λένε τεμπέληδες, ξέρουμε τι είναι μόχτος, ξέρουμε τι
είναι να οργώσεις απ’ την αρχή τον πιο μεγάλο αγρό που κάθε μέρα τον
σκεπάζουν οι τσουκνίδες.
Εμείς ξέρουμε πόσο κουράστηκαν τα χρυσά χεράκια των αχτίνων για
να χτίσουν τούτες τις χαρούμενες πολιτείες των λουλουδιών με τ’ανοιχτά μπαλκόνια των τριαντάφυλλων, με τη ψηλά καμπαναριά των
κρίνων.
Οι άλλοι βλέπουν μονάχα τις αχτίνες και τα λουλούδια.
Δεν ξέρουν τίποτα για το δικό μας μόχτο και το δάκρυ.
[...]
ΜΙΑ ΚΟΠΕΛΑ καθισμένη στο κατώφλι της μέρας μαθαίνει
μαντολίνο.
Μα το φως μπλέκεται στα μικρά δάχτυλα της και στάζουν
λουλουδάκια πασχαλιάς απ’ τις σπασμένες νότες.
Ο κάμπος γελάει και σαλεύουν τα πράσινα γένια του.
Ο ήλιος μεθυσμένος με την κόκκινη μύτη του τρεκλίζει ανάμεσα στα
δέντρα και κυνηγάει τα νυσταγμένα μοσκαράκια.
Κι εμείς πίσω απ’ τις καλαμιές, φωνάζουμε στον ήλιο:
«Μπάρμπα, μπάρμπα μεθύστακα, πρόσεξε, θα σκοντάψεις κι η μύτη
σου θα σπάσει και θα γεμίσεις παπαρούνες τον αγρό».
Πήραν τη φωνή μας τα τζιτζίκια, πήραν τη φωνή μας τα πουλιά και
ξύπνησαν το Θεό απ’ το μεσημεριάτικο ύπνο του.
Κι ο Θεός τρίβει τα μάτια του, μας βλέπει και γελάει.
[...] "


μα.. ειδικά αυτό:
"ΜΗΤΕΡΑ, μη θυμώνεις μαζί μας που δεν μπορούμε να κάτσουμε
σπίτι.
Ο ήλιος μας φωνάζει.
Θα σου φορέσουμε ένα φόρεμα τριανταφυλλί που το πλέκει η άνοιξη
κάτου απ’ τις μυγδαλιές με το βελονάκι της πιο μικρής αχτίνας. Θα σε
πάμε μπροστά στον καθρέπτη να κοιταχτείς, να γελάσεις και να μας
γνωρίσεις."
κι ειδικά στον τελευταίο του στίχο...
για εμάς τους μεγάλους που ξεχαστήκαμε μεγαλώνοντας...


Γιάννη Ρίτσου, "Όνειρο Καλοκαιρινού Μεσημεριού"




Κυριακή 14 Ιουνίου 2015

Γιάννη Ρίτσου, "Όνειρο Καλοκαιρινού Μεσημεριού"

ΜΙΑ ΚΟΠΕΛΑ καθισμένη στο κατώφλι της μέρας μαθαίνει
μαντολίνο.
Μα το φως μπλέκεται στα μικρά δάχτυλα της και στάζουν
λουλουδάκια πασχαλιάς απ’ τις σπασμένες νότες.
Ο κάμπος γελάει και σαλεύουν τα πράσινα γένια του.
Ο ήλιος μεθυσμένος με την κόκκινη μύτη του τρεκλίζει ανάμεσα στα
δέντρα και κυνηγάει τα νυσταγμένα μοσκαράκια.
Κι εμείς πίσω απ’ τις καλαμιές, φωνάζουμε στον ήλιο:
«Μπάρμπα, μπάρμπα μεθύστακα, πρόσεξε, θα σκοντάψεις κι η μύτη
σου θα σπάσει και θα γεμίσεις παπαρούνες τον αγρό».
Πήραν τη φωνή μας τα τζιτζίκια, πήραν τη φωνή μας τα πουλιά και
ξύπνησαν το Θεό απ’ το μεσημεριάτικο ύπνο του.
Κι ο Θεός τρίβει τα μάτια του, μας βλέπει και γελάει.



Γιάννη Ρίτσου, "Όνειρο Καλοκαιρινού Μεσημεριού"


Σάββατο 13 Ιουνίου 2015

Γιάννη Ρίτσου, "Όνειρο Καλοκαιρινού Μεσημεριού"

*
ΜΗΤΕΡΑ, μη θυμώνεις μαζί μας που δεν μπορούμε να κάτσουμε
σπίτι.
Ο ήλιος μας φωνάζει.
Θα σου φορέσουμε ένα φόρεμα τριανταφυλλί που το πλέκει η άνοιξη
κάτου απ’ τις μυγδαλιές με το βελονάκι της πιο μικρής αχτίνας. Θα σε
πάμε μπροστά στον καθρέπτη να κοιταχτείς, να γελάσεις και να μας
γνωρίσεις.
[...]



Γιάννη Ρίτσου, "Όνειρο Καλοκαιρινού Μεσημεριού"
-