Σάββατο, 9 Ιουλίου 2016

Ελένη, Γ. Ρίτσος



Μια μέρα που ένοιωσα κάπως καλύτερα, τις παρακάλεσα πάλι
να μου βάψουν το πρόσωπο. Μού τόβαψαν. Ζήτησα έναν καθρέφτη.
Τόχαν βαμμένο πράσινο, με μαύρο στόμα. "Ευχαριστώ", τους είπα,
σα να μην είδα κάτι παράδοξο. Εκείνες γελούσαν. Η μιά τους
γδύθηκε ολότελα μπροστά μου, ντύθηκε τα χρυσά μου πέπλα, κι έτσι
γυμνόποδη με τα χοντρά της πόδια, άρχισε να χορεύει,
πήδησε πάνω στο τραπέζι -- ξέφρενη· χόρευε, χόρευε, υποκλίνονταν
μιμούμενη τάχα τις παλιές μου κινήσεις. Ψηλά, στο μηρό της
είχε μια δαγκωνιά από δυνατά, κανονικά, αντρίκεια δόντια.


Εγώ τις κοίταζα σα νάμουν στο θέατρο· -- καθόλου ταπείνωση ή θλίψη
ούτε αγανάκτηση -- προς τι; Μονάχα επαναλάμβανα βαθιά μου:
"μια μέρα θα πεθάνουμε", ή μάλλον: "μια μέρα θα πεθάνετε"· Κι αυτό
είταν μιά βέβαιη εκδίκηση και φόβος και παρηγοριά. Κοιτούσα κατάματα το κάθε τι, με μια απερίγραπτη, απαθή καθαρότητα, σάμπως
νάταν τα μάτια μου ανεξάρτητα από μένα· κοιτούσα τα μάτια μου τα ίδια
να στέκουν ένα μέτρο μακριά απ' το πρόσωπό μου [...]

Ρίτσος






© Assimina

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου