Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αχιλλέας Κυριακίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αχιλλέας Κυριακίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2018

[ Είχε γεύση αλατιού και πέτρας. ], Χούλιο Κορτάσαρ



Κατεβαίνοντας τη σκάλα, τρικλίζοντας κάτω από το βάρος
ενός τεράστιου μπόγου απ' τον οποίο ξεπετάγονταν ξηλωμέ-
να μανίκια από πανωφόρια, σκισμένες εσάρπες, παντελόνια ψα-
ρεμένα απ' τα σκουπίδια, ρετάλια, ακόμα κι ένα κουβάρι μαυ-
ρισμένο σύρμα, η κλοσάρντ έφτασε στο κατώτερο σημείο της
αποβάθρας κι έβγαλε ένα επιφώνημα μεταξύ μουγκανητού και
αναστεναγμού. Πάνω από μια αλλοπρόσαλλη βάση όπου στοι-
βάζονταν "κορμάκια", χαρισμένες μπλούζες κι ένα θεόρατο
σουτιέν για απειλητικά στήθη, είχαν προστεθεί τώρα δύο, τρία,
ίσως και τέσσερα φορέματα, όλη η γκαρνταρόμπα, μια εσάρπα
που συγκρατιόταν από μια μπρούτζινη καρφίτσα μ' ένα πράσι-
νο και κόκκινο πετράδι, και πάνω στα απίστευτα ξανθοβαμ-
μένα μαλλιά κάτι σαν τουρμπάνι, πράσινο, από τούλι, που κρε-
μόταν απ' τη μια μεριά.
   "Μα δεν είναι υπέροχη;" είπε ο Ολιβέιρα. "Έρχεται να σα-
γηνεύσει αυτούς πάνω στη γέφυρα."
   "Πώς φαίνεται ότι είναι ερωτευμένη" είπε η Μάγα. "Και
πώς έχει βαφτεί, κοίτα τα χείλη της. Και το ρίμελ! Έβαλε ότι
είχε και δεν είχε."
[...]
   "Σαν αρκούδα είναι."
   "Είναι τόσο ευτυχισμένη" είπε η Μάγα, σηκώνοντας μια
πετρούλα και κοιτάζοντας την από όλες τις μεριές.
   Ο Οράσιο της πήρε την πέτρα και την έγλειψε. Είχε γεύση
αλατιού και πέτρας.
   "Δική μου είναι" είπε η Μάγα, κάνοντας να του την ξανα-
πάρει.
   "Ναι, αλλά κοίτα τι χρώμα παίρνει όταν είναι μαζί μου.
Μαζί μου φωτίζεται." 
[...]
   "[...]                                             Είμαι σαν κι αυτήν, κοίτα
την πώς χορεύει, κοίτα, είναι σαν φεγγάρι, ζυγίζει πιο πολύ κι
από βουνό και χορεύει, κουβαλάει τόση βρομιά και χορεύει. Το
είπα, έτσι, για παράδειγμα. Δωσ' μου την πετρούλα."



από το "το Κουτσό"
Χ. Κορτάσαρ
μτφρ.: Αχιλλέας Κυριακίδης
εκδ. opera



© Assimina

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2018

[ Αφήσου να πέσεις, χελιδόνα ], Χ. Κορτάσαρ


                             

                               […] Η Μάγα δεν ξέρει ποιος είναι ο Σπινό-
ζα. Η Μάγα* διαβάζει ατελείωτα μυθιστορήματα Ρώσων, Γερμα-
νών και του Πέρεθ Γαλδός, και τα ξεχνάει αμέσως. Ούτε που θα
της περάσει ποτέ  απ’ το μυαλό πως με καταδικάζει να διαβάζω
Σπινόζα. Ανήκουστος κριτής, κριτής με τα χέρια της, με το πώς
τρέχει στο δρόμο, κριτής με το πώς με κοιτάζει και με γδύνει,
κριτής επειδή είναι χαζή, δυστυχισμένη, ανήσυχη, αργόστρο-
φη, λιγότερη από το τίποτα. Κριτής για ό,τι γνωρίζω με την πι-
κρή μου γνώση, με τα σκουριασμένα ακαδημαϊκά μου κριτήρια,
τα κριτήρια του πεφωτισμένου, για όλα αυτά κριτής. Αφήσου
να πέσεις, χελιδόνα, μ’ αυτό το κοφτερό ψαλίδι σου που σκί-
ζει τον ουρανό του Σεν Ζερμέν-ντε-Πρε, ξερίζωσε αυτά τα μά-
τια που κοιτάζουν χωρίς να βλέπουν, είμαι καταδικασμένος αμε-
τάκλητα, γρήγορα στο γαλάζιο ικρίωμα όπου με ανεβάζουν τα
χέρια της γυναίκας που φροντίζει το παιδί της, γρήγορα η ποι-
νή, γρήγορα η ψεύτικη τάξη της μοναξιάς, της ανακτημένης αυ-
τάρκειας, αυτογνωσίας, αυτοσυνείδησης. Και μαζί μ’ όλη αυτή
την επίγνωση, μια ανώφελη λαχτάρα να οικτίρω κάτι, να βρέ-
ξει εδώ μέσα, ν’ αρχίσει επιτέλους να βρέχει, να μυρίσει χώμα, να
μυρίσει ζωντανά πράγματα, ναι, επιτέλους ζωντανά πράγματα.



 *
"μάγα", (ωραία ελληνική μεσαιωνική λέξη) : μάγισσα
αντιδάνειο του βεν. "maga"
η μεταφράστρια στα γαλλικά απέδωσε το όνομα La Maga ως
Sibylle: Σίβυλλα
(περισσότερα, στις Σημειώσεις της έκδοσης, σ. 693)


 Κουτσό

 μέρος από το κεφάλαιο 21
σελίδα 129 

Χούλιο Κορτάσαρ
εκδ. opera
μτφρ.: Αχ. Κυριακίδης



© Assimina