Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2015

Άμλετ του Βισότσκι


Δημήτρης Νικηφόρου στον Φαρφουλά

Άμλετ του Βισότσκι
----

Ο Άμλετ μου

Δυο λόγια μόνο θα ιστορήσω εδώ με στίχους, •
Τι το ελεύθερο δεν έχω σε όλα ν' ανοιχτώ.
Στη μήτρα πιάστηκα μες σε κατάρας ήχους
Της γαμήλιας νύχτας. Στης αγωνίας τον ιδρώ.
Έβλεπα πως όσο πιο ψηλώνουμε απ' τη γης
Τόσο πιο άκαρδοι γινόμαστε στα πάνου.
Αγέρωχα προχώρησα για να στεφτώ ευθύς
Και να ασκήσω του αίματος τα δικαιώματά μου.
Πίστευα όλα θα γενούν κατά πως είχαν οριστεί.
Μάχη δεν έχασα καμιά και ίσα τα μερίδια δοσμένα.
Οι σύντροφοι απ' το σχολειό και στο σπαθί πιστοί,
Όπως οι πατεράδες τους υπάκουαν στο στέμμα.
Τα λόγια μου δε μέτραγα μες στην ανεμελιά.
Φιλίες κι' εύνοιες χάριζα δω κείθε ολημερίς,
Των ευγενών οι γόνοι με μπιστεύονταν τυφλά,
Την πρωτοκαθεδρία μου δεν πρόσβαλε κανείς.
Σκιάζαμε τους φρουρούς τα βράδια με χουνέρια,
Μαζί μας, σαν απ' οστρακιά, ο χρόνος αρρωστούσε.
Έγειρα σε τομάρια, κοψίδια δάγκωσα από μαχαίρια,
Δάμασα άτια ατίθασα άλλος που δε κοντούσε.
Αργά ή γρήγορα θα μου ανήκε η εξουσία.
Μ' αλί στο μέτωπο με σφράγισε η μοίρα.
Στα χρυσοσκάλιστα σαμάρια η προδοσία,
Κι' όλα που μου αράδιαζαν ήτανε φύρα.
Στα χείλια χάραζα ένα χαμόγελο βαθιά ουλή,
Που πίσω πύρωνε το βλέμμα πα στ' αμόνι.
Τέχνη που μου' μαθε ο παλιάτσος στην αυλή.
Αμήν! Φτωχέ μου Γιόρικ! Καιρό είσαι σκόνη.
Σε ονόρες και απολαβές το μερτικό αρνιόμουν,
Σε λάφυρα, προνόμια, σε δόξες και οφίκια.
Μ' έπιασε ξάφνου ο καημός για ό,τι δε νοιαζόμουν
Κι' έγινα άβουλο αρνί που σεργιανά στα ρείκια.
Έσβησε ο ζήλος μου για το κυνήγι - τάχα δειλία;
Τα κυνηγόσκυλα και τα γεράκια αντιπαθούσα.
Τ' άλογο κράταγα μακριά από λαβωμένη λεία
Μα κλέφτες, σπιούνους και τραμπούκους τιμωρούσα.
Θωρούσα τα καζάντια μας μέρα τη μέρα,
Όλο και πλιό να γίνουνται ντροπή και σιχαμός.
Μες στα ποτάμια τη βρωμιά ξέπλενα και τη λέρα,
Στα σκότια τα αφέγγαρα της νύχτας σαν τρελός.
Ένιωθα - όσο μου το νου μαράζωνε η πλήξη -
Πως απ' του σπιτικού μου ξέκοβα τα πράματα.
Με τους ανθρώπους γύρω μου είχα ξεσμίξει,
Και στα βιβλία κρύφτηκα πίσω απ' τα γράμματα.
Άπληστο για γνώση το μυαλό, αράχνης μοιάζει,
Π' όλα τ' αδράχνει : Ακινησιά και κίνηση.
Μ' άραγες ωφελεί η εξυπνάδα όπου λιμνάζει;
Μη και σε όλα δε λοχεύει η αντίφαση;
Δεσμούς με φίλους έκοψα κι αποτραβήχτηκα.
Της Αριάδνης η κλωστή μια κασκαρίκα,
«Να ζει κανείς ή να μη ζει» αναρωτήθηκα,
Όμως απάντηση στο δίλημμα δεν βρήκα.
Μια θάλασσα απλώνεται η θλίψη πέρα ως πέρα.
Αντιστεκόμαστε μα την ομίχλη ψηλαφούμε,
Και ψιλοκοσκινίζουμε θολό νερό κι' αγέρα,
Σαν λύση μάταια στο γρίφο αναζητούμε.
Άκουσα του γονιού μου τη φωνή που με καλούσε.
Την ακολούθησα μα δισταγμοί με τυραγνούσαν.
Βουνό οι σύχυσες που κατά πάνω με τραβούσε,
Ενώ της σάρκας τα φτερά στο χώμα με βυθούσαν.
Σε κράμα αδύναμο αργόλιωνα μες στο καμίνι,
Κι' ίσα που κρύωνε αποσκορπούσε σαν τ' αλάτι.
Σαν άλλους αίμα έχυσα κ' εγώ κι' όπως εκείνοι,
Στάθηκ' αμπόρετο στο γδικιωμό να στρέψω πλάτη.
Μια τελευταία αναλαμπή πριν τον χαμό μου!
Αχ Οφηλία! Άγουρο το κορμί θα λιώσει...
Είμαι φονιάς και δε λογάω πια τον εαυτό μου,
Καλύτερο απ' αυτόν που' χω σκοτώσει.
Εγώ είμ' ο Άμλετ, που τ' άδικο απεχθανόμουν!
Που δυάρα δεν έδινα για της Δανίας το στέμμα!
Κι' όμως με κατηγόρησαν για δόξα πως κοφτόμουν.
Του θρόνου τους αντίζηλους πως έπνιξα στο αίμα.
Ω πόσο φέρνει η έλλαμψη στη τρέλα αν θες!
Ο θάνατος στη κούνια μας λοξά κοιτάζει.
Κι' όσο εμείς γυρεύουμε λύσεις απατηλές,
Το ερώτημα αθέατο σκληρά σαρκάζει._


Δ.Ν (Φεβρουάριος 2013)


---------
"Θεωρώ τον Βλαδίμηρο Βισότσκι (Vladimir Vysotsky) ως τον
μεγαλύτερο τροβαδούρο ποιητή της Ρωσίας του 20ου αιώνα
μετά τους Μαγιακόφσκυ και Γιεσένιν. [...]" Δ.Ν.




© Assimina

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου