Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014

Edgar Allan Poe The Raven



Edgar Allan Poe The Raven (Το Κοράκι)
[First published in 1845]

Κάποτ" ένα μεσονύχτι, συλλογιόμουν μες στη θλίψη,
Πάνω από βιβλία σκυμμένος, ξεχασμένα, αλλοτινά,
Κι όπως μ" έπαιρνε ο ύπνος, ξάφνου ακούστη ένας χτύπος,
Σαν και κάποιος να χτυπούσε την εξώπορτα δειλά.
«Κάποιος ξένος», είπα, « θάναι που την πόρτα κρούει δειλά -
Μόνο αυτό, τι άλλο πια;»


Α, στα σωστά ο νους μου φέρνει, μνήμες ζοφερού Δεκέμβρη,
Μια σκιά κάτω να σέρνει κάθε φλόγα που ξεψύχαγε από ώρα.
Για να φέξει αδημονούσα μα του κάκου αποζητούσα
Στα βιβλία να ξεχνούσα - να ξεχνούσα τον καημό για τη Λενώρα -
Για τη σπάνια, αιθέρια, κόρη που οι αγγέλοι λεν Λενώρα -
Ανωνόμαστη πια τώρα.

Κάθε θρόισμα μεταξένιο, στις κουρτίνες λες κρυμμένο
Με ριγούσε - καρφωμένο σ' άγριο τρόμο που τρυπά΄
Κ'' είπα για ν" αναθαρρήσω, το καρδιόχτυπο να σβήσω,
«Επισκέπτης για ν" ανοίξω θάναι τος οπού χτυπά -
Κάποιος αργοπορεμένος που την πόρτα μου χτυπά΄-
Τούτο θάναι, τι άλλο πια;»

Να που θάρρεψε ο νους μου, κι έδιωξα τους δισταγμούς μου,
«Κύριε», είπα, «ή κυρία, συμπαθάτε με έστω αργά,
Είχα γείρει ναρκωμένος, και ο χτύπος δαντελένιος,
Δεν σας άκουσα επομένως να χτυπάτε έτσι σιγά,
Που ίσα μπόρεσα να νοιώσω.» - Κι άνοιξα την πόρτα ορθά΄-
Έξω σκότος, τι άλλο πια;

Στο σκοτάδι ψηλαφώντας, έστεκα κειδά απορώντας,
Όνειρα φριχτά θωρώντας που θνητός δεν είδε άλλη φορά.
Μα η σιγαλιά βωβούσε, ούτε και η σκοτεινι" απαντούσε,
Λέξη μια μονάχα ηχούσε μ' ένα ψίθυρο «Λενώρα!» απαλά,
Η φωνή μου μουρμουρούσε, και «Λενώρα!» αντηχούσε απαλά,
Μόνο αυτό, τίποτα πια!

Γύρισα στην κάμαρή μου και φλεγόταν η ψυχή μου,
Μα ξοπίσω δεν αργεί μου, χτύπος πιο γερός βροντά.
«Κάτι», ψέλλισα, «είναι πίσω, στου παραθυριού το γείσο,
Ας πάω να ιδώ τι θ" αντικρύσω, φτάνει το μυστήριο δα -
Την καρδιά μου να ηρεμήσω, φτάνει το μυστήριο δα΄-
Θαν" ο αγέρας, τι άλλο πια;»

Τα παντζούρια έσπρωξα όντας, μπήκε μέσα φτερουγώντας
Με καμάρι ένα κοράκι των παλιών καιρών φτιαξιά.
Μήτε να υποκλιθεί το νοιάζει, παρευθείς πα στο περβάζι
Της εσώπορτας θρονιάζει με αρχόντου αψηφισιά -
Κει γαντζώνει και κουρνιάζει στην Παλλάδα Αθηνά -
Κ" ύστερα, τίποτα πια!

Τ" όρνιου κάνει μου η εικόνα, να πικρογελά το στόμα,
Με την αυστηρή του πόζα πόχει πάρει στη θωριά,
«Κι αν σου κόψαν το λοφίο», είπα, «για δειλό σε αποκλείω,
Αρχαίο πουλί, φρικτό και κρύο που πλανιέσαι στη νυχτιά -
Πώς τη λεν την αφεντιά σου κάτω στου Άδη τη νυχτιά;»
Και μου κρώζει το κοράκι, «Ποτέ πια!»

Με το όρνιο είχα σαστίσει, πόχε ανθρώπινα μιλήσει,
Μα στα λόγια του νόημα λίγο και ουσία σχεδόν καμιά΄
Τι ο καθείς θα συμφωνήσει πως δεν του" λαχε στη ζήση,
Τέτοιο πλάσμα ν" απαντήσει, πα στη πόρτα του ψηλά -
Ζώο ή πουλί στητό σ" ένα άψυχο γλυπτό πα στη πόρτα του ψηλά,
Που το λένε, «Ποτέ πια!»

Μα γαλήνιο το κοράκι πα στο μπούστο, είπε μόνο λες για γούστο
Δύο λόγια, σάμπως της ψυχής το μούστο ζύμωσε στα λόγι" αυτά.
Δεν ξεστόμισε άλλη λέξη - μήτε είχε φτερό σαλέψει -
Ώσπου τραύλισα στη σκέψη, «Τόσοι φίλοι έχουν φύγει μακριά -
Την αυγή θα μ" έχει αφήσει όπως πέταξαν οι ελπίδες μου μακριά.»
Τότε το πουλί μου λέει, «Ποτέ πια!»

Έξαφνα η σιγή διαλύθη, έτσι καίρια που αποκρίθη.
«Σίγουρα», είπα, «εμυήθη τούτο μόνο ν" απαντά,
Από κάποιον κύριό του που δυστύχησε στο βιό του
Κι ακολούθει τον καημό του μια επωδός σπαραχτικιά -
Ίδια ελπίδας μοιρολόγι και χαμού θρηνολαλιά,
Το ''Ποτέ - ποτέ πιά!''»

Κι όμως το κοράκι ακόμα, έφερνέ μου χαμογέλασμα στο στόμα,
Τράβηξα μια πολυθρόνα, σε πουλί, μπούστο και πόρτα αντικρυστά΄
Στα βελούδα βυθισμένος, μες σε στοχασμούς χαμένος,
Με το νου μου απορεμένος, τι το όρνιο το σκαιό απ τα παλιά -
Τι το απαίσιο, ισχνό ερμοπούλι, το φερμένο απ τα παλιά,
Σήμαινε με το «Ποτέ πια!»

Τυραγνιόμουν στο αίνιγμά του, μα μιλιά δεν πρόφερά του,
Και η πυρή, τραχιά ματιά του, ως την ψίχα μου απόκαιε την καρδιά΄
Πύκνωνε στο νου η αιθάλη κ" είχα γείρει το κεφάλι
Στο βελούδο προσκεφάλι που στη λάμπα αντιφεγγούσε ριγηλά,
Στο ίδιο πορφυρό βελούδο που το φως αντιφεγγούσε ριγηλά,
Και που εκείνη δε θα γείρει ποτέ πια!

Σάμπως το αγέρι γύρω, βάρυνε από θυμιατού το μύρο,
Που σκορπούσανε τριγύρω Σεραφείμ, βηματίζοντας αχνόθροα στα χαλιά.
«Άμοιρε», έκραξα, «ο Θεός σου, στέλνει αγγέλους στο πλευρό σου,
Νηπενθές για να σου δώσουν, τη Λενώρα να ξεχάσεις μονομιά!
Πιε το, ω, πιε το νηπενθές, η Λενώρα να χαθεί στη λησμονια!»
Και μου κραίνει το κοράκι, «Ποτέ πια!»

«Προφήτη!», είπα, «πλάσμα χθόνιο! - σατανάς αν είσαι ή όρνιο! -
Είτε πειρασμού δαιμόνιο, είτε σκύβαλο που θύελλα το ξέβρασ" εδωνά,
Άτρομο αν και ρημαγμένο, σ" έρμο τόπο μαγεμένο -
Στο σπίτι αυτό το στοιχειωμένο, πες μου, σου προσπέφτω να -
Μπάλσαμο φυτρώνει, πες μου, κατωκεί στη Γαλαάδ; - σου προσπέφτω πάλι να!»
Κ" είπε πάλι το κοράκι, «Ποτέ πια!»

«Προφήτη!», είπα, «πλάσμα χθόνιο! - σατανάς αν είσαι ή όρνιο! -
Μα τον ουρανό τον αιώνιο, μα τη χάρη του Θεού που αγρυπνά, -
Πες σε μια ψυχή θλιμμένη, στην Εδέμ τη μακρυσμένη,
Θ" αγκαλιάσει μία κόρη αγιασμένη, που Λενώρα λεν οι αγγέλοι σιγαλά; -
Μια λαμπρή και σπάνια κόρη, που Λενώρα λεν οι αγγέλοι σιγαλά;»
Και ξανάπε το κοράκι, «Ποτέ πια!»

«Όρνιο!», ορθώθηκα, «ή τέρας! ο χρησμός σου, ας σημάνει το φευγιό σου -
Σύρ" ευθύς στη θύελλα χώσου, ως του Πλούτωνα τη νύχτια ακρογιαλιά!
Μαύρο ένα να μη μείνει απ τα φτερά σου, που το ψέμα να θυμίζει της λαλιάς σου!
Τη δόλια μου ερημιά σεβάσου - πέτα απ την προτομή μακριά!
Σύρ' το ράμφος σου απ τα στήθια κι απ' την πόρτα μου τον ίσκιο σου μακριά!»
Κι άλλη μια" πε το κοράκι, «Ποτέ πια!»

Και το κοράκι ούτε σαλεύει, μόνο στέκει κι αγναντεύει,
Στην ωχρή Παλλάδα γέρνει, πα στης πόρτας τη μπασιά΄
Κ" η ματιά του ατόφια μοιάζει, με δαιμόνου που ρεμβάζει,
Και το φως της λάμπας στάζει τη σκιά του στα χαλιά΄
Κι απ το σύσκιο αυτό η ψυχή μου π" ανταυγάζει στα χαλιά,
Δε θε νάβγει - ποτέ πια!

Απόδοση : Δημήτρης Νικηφόρου (Σεπτέμβρης - 2013)

© Assimina

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου