η Μήτση Γκάνταλφ "διαβάζει" το επίμαχο κείμενο που ωστόσο δεν εμφανίζω εδώ αλλά μπορεί κάποιος να το βρει στο facebook από όπου κι εγώ το διάβασα και αποθήκευσα
έδωσα λοιπόν το εν λόγω κείμενο στην αγαπημένη μου Μήτση Γκάνταλφ κι εκείνη είπε:
*** *** *
Ασημίνα, θα το κρίνω αυστηρά, ως κείμενο δημόσιου λόγου και ως παρέμβαση σε μια ημέρα μνήμης του Κώστα Θ. Ριζάκη. Θα κρατήσω χωριστά τρία πράγματα: τη ρητορική και τη γραφή του, την ερμηνεία που επιχειρεί για τον Ριζάκη και το κατά πόσο αυτή η ερμηνεία στέκει με βάση όσα το ίδιο το κείμενο τεκμηριώνει.
Έχει σημασία και η ιδιότητά σου ως αναγνώστριας: εδώ δεν εξετάζουμε απλώς ένα κείμενο για έναν άνθρωπο της λογοτεχνίας. Ο ομιλητής είχε συνεργαστεί μαζί του εκδοτικά, άρα η μαρτυρία, η προσωπική εμπειρία και η εκ των υστέρων ερμηνεία θα έπρεπε να διακρίνονται καθαρά.
1. Το βασικό μου συμπέρασμα
Το κείμενο του Γιάννη Κιντάπογλου είναι μια καλοστημένη ρητορική κατασκευή, με σαφή κεντρική θέση, αλλά με σοβαρά προβλήματα τεκμηρίωσης και μεροληπτική, σε σημεία, αντιμετώπιση του προσώπου για το οποίο μιλά.
Η κεντρική ιδέα του είναι ενδιαφέρουσα: η επιρροή ενός ανθρώπου μπορεί να στηρίζεται λιγότερο στην επίσημη θέση ή στις γνώσεις του και περισσότερο στην ικανότητά του να αντιλαμβάνεται τις επιθυμίες των άλλων και να τους προσφέρει την υπόσχεση της αναγνώρισης.
Αυτό είναι ένα εύλογο κοινωνικό και ψυχολογικό σχήμα. Δεν αποτελεί, όμως, από μόνο του απόδειξη ότι έτσι εξηγείται η συγκεκριμένη περίπτωση του Ριζάκη.
Και εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, η ουσιαστικότερη αδυναμία του κειμένου: ξεκινά από ένα ερμηνευτικό ενδεχόμενο και σταδιακά το παρουσιάζει σχεδόν ως ετυμηγορία.
2. Ο εισαγωγικός σχολιασμός: ήδη έχει εκδοθεί η ετυμηγορία
Πριν ακόμη αρχίσει η ομιλία, ο Γιάννης Κιντάπογλου παραθέτει δύο προτάσεις ως συμπέρασμα: ότι ο Ριζάκης μπορούσε να χειραγωγεί τις φιλοδοξίες των άλλων και να τους πείθει πως μόνο αυτός μπορούσε να τις εκπληρώσει.
Επικολλημένο markdown.md
Αυτό έχει σημασία για δύο λόγους.
Πρώτον, ο αναγνώστης δεν εισάγεται σε μια έρευνα που θα προσπαθήσει να καταλάβει ποιος ήταν ο Ριζάκης. Εισάγεται σε μια ήδη διαμορφωμένη κρίση για το ποιος ήταν.
Δεύτερον, ο σχολιασμός προηγείται της ομιλίας και συμπυκνώνει το συμπέρασμά της. Έτσι, λειτουργεί σαν ερμηνευτικό πλαίσιο: ό,τι ακολουθεί καλείται να επιβεβαιώσει τη χειραγώγηση.
Αυτό είναι θεμιτό ως ρητορική επιλογή. Δεν είναι ουδέτερη παρουσίαση ενός ανθρώπου στη μνήμη του οποίου πραγματοποιείται μια εκδήλωση.
3. Πώς κατασκευάζεται το επιχείρημα
Η ομιλία ακολουθεί μια σαφή πορεία:
Παρουσιάζει τον Ριζάκη ως άνθρωπο κοινωνικά απομονωμένο, ο οποίος όμως είχε αναπτύξει ένα ευρύ δίκτυο λογοτεχνικών σχέσεων.
Ερμηνεύει αυτό το δίκτυο ως αποτέλεσμα της διαχείρισης των φιλοδοξιών και της ανάγκης των άλλων για αναγνώριση.
Επικαλείται την περιορισμένη τυπική εκπαίδευσή του για να αναδείξει την αντίθεση ανάμεσα στους τίτλους των συνομιλητών του και στην επιρροή που του απέδιδαν.
Καταλήγει ότι η ισχύς του δεν βρισκόταν τόσο στη γνώση όσο στην ικανότητα να επηρεάζει τους ανθρώπους.
Η δομή είναι αποτελεσματική. Κάθε ενότητα σπρώχνει τον αναγνώστη προς την επόμενη, ενώ οι επαναλήψεις ενισχύουν την κεντρική θέση.
Επικολλημένο markdown.md
Ωστόσο, η συνοχή της αφήγησης δεν πρέπει να συγχέεται με την αποδεικτική της ισχύ.
Το ότι κάποιος είχε επιρροή δεν αποδεικνύει ότι χειραγωγούσε. Το ότι οι άλλοι επιζητούσαν την κρίση του δεν αποδεικνύει ότι το έκαναν από ματαιοδοξία. Και το ότι δεν είχε πανεπιστημιακές σπουδές δεν αποδεικνύει ούτε την ανεπάρκεια της λογοτεχνικής του κρίσης ούτε την απουσία ουσιαστικής γνώσης.
Αυτές είναι διαφορετικές προτάσεις, που χρειάζονται διαφορετικά τεκμήρια.
4. Το σοβαρότερο πρόβλημα: η εκπαίδευση ως επιχείρημα εναντίον της αξίας
Το κείμενο επιμένει στην αβέβαιη σχολική διαδρομή του Ριζάκη και αντιπαραθέτει αυτήν την πληροφορία με τους πανεπιστημιακούς τίτλους των ανθρώπων που τον συμβουλεύονταν.
Επικολλημένο markdown.md
Εδώ εντοπίζω ένα λογικό άλμα.
Η τυπική εκπαίδευση ενός ανθρώπου είναι ένα βιογραφικό δεδομένο. Δεν αποτελεί αυτοτελές μέτρο της κριτικής του ικανότητας, της αναγνωστικής του εμπειρίας ή της λογοτεχνικής του ευαισθησίας.
Αν ο ομιλητής ήθελε να αποδείξει ότι ο Ριζάκης ασκούσε δυσανάλογη ή αδικαιολόγητη επιρροή, θα χρειαζόταν να εξετάσει συγκεκριμένες κρίσεις του, τον τρόπο με τον οποίο τις διατύπωνε, τις πρακτικές του και τις συνέπειές τους.
Αντί γι' αυτό, το κείμενο χρησιμοποιεί την έλλειψη τίτλων ως στοιχείο του «παραδόξου».
Αλλά το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πώς ένας άνθρωπος με λίγες τυπικές σπουδές απέκτησε επιρροή. Είναι τι ακριβώς έκανε με αυτήν την επιρροή και με ποια αποτελέσματα.
Αυτή η διάκριση λείπει από το μεγαλύτερο μέρος της επιχειρηματολογίας.
5. Η πιο προβληματική φράση
Στο σημείο όπου αναφέρεται στους ισχυρισμούς του Ριζάκη για πιθανή επιρροή σε λογοτεχνικές διακρίσεις και κρατικά βραβεία, ο ομιλητής γράφει ότι το κατά πόσο αυτοί ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα είναι αδιάφορο.
Επικολλημένο markdown.md
Για μένα, αυτό είναι το πιο αδύναμο σημείο του επιχειρήματος.
Δεν είναι αδιάφορο αν ένας ισχυρισμός ήταν αληθινός, ψευδής, υπερβολικός ή αδύνατο να επαληθευτεί. Είναι κρίσιμο, εφόσον ο ισχυρισμός χρησιμοποιείται για να εξηγήσει την εξουσία που ασκούσε κάποιος.
Ο ομιλητής θέλει να υποστηρίξει ότι αρκούσε να γίνεται πιστευτός ο ισχυρισμός. Αυτό είναι πιθανό ως γενική υπόθεση. Δεν αρκεί όμως για να παραμερίσουμε το ερώτημα της αλήθειας του.
Εδώ η ρητορική κερδίζει έδαφος ακριβώς εκεί όπου η τεκμηρίωση θα έπρεπε να αναλάβει το βάρος.
6. Η γλώσσα: αποτελεσματική, αλλά υπερβολικά αυτάρεσκη
Το κείμενο έχει ορισμένα σαφή ρητορικά πλεονεκτήματα.
Η αντίθεση ανάμεσα στον αόρατο άνθρωπο και στον πανταχού παρόντα συνομιλητή είναι εύστοχη. Η τηλεφωνική φωνή γίνεται το κεντρικό σύμβολο της επιρροής. Οι σύντομες διαδοχές —«Μια δημοσίευση. Μια καλή κριτική. Μια έκδοση. Μια γνωριμία»— δίνουν ρυθμό και μετατρέπουν μια αφηρημένη ιδέα σε κατάλογο συγκεκριμένων επιθυμιών.
Επικολλημένο markdown.md
Υπάρχει, όμως, υπερβολική χρήση του ίδιου ρητορικού μηχανισμού:
«Του αρκούσε…»
«Δεν χρειάστηκε…»
«Και ίσως…»
«Ίσως, τελικά…»
Η επανάληψη δημιουργεί έμφαση, αλλά όσο προχωρά το κείμενο τόσο περισσότερο η έμφαση υποκαθιστά την απόδειξη.
Επιπλέον, εκφράσεις όπως «υπέρμετρες και υπερφίαλες φιλοδοξίες», «ανάγκη να χειραγωγηθούν» και «να αποδείξουμε ότι αξίζουμε περισσότερο από τον άμοιρο διπλανό μας» δεν περιγράφουν απλώς ένα φαινόμενο. Κατανέμουν ηθικές θέσεις: από τη μία ο άνθρωπος που χειραγωγεί, από την άλλη ο ματαιόδοξος άνθρωπος που επιθυμεί να χειραγωγηθεί.
Αυτή η γλώσσα προδιαθέτει τον ακροατή να καταδικάσει, όχι να διερευνήσει.
Και υπάρχει μια ειρωνεία: ένα κείμενο που καταγγέλλει την εξουσία της αυθεντίας επιχειρεί και το ίδιο να εγκαθιδρύσει μια αυθεντία — εκείνη του ομιλητή που υποτίθεται ότι βλέπει πίσω από τις αυταπάτες όλων των άλλων.
7. Το ερώτημα «Υπήρξε πράγματι ο Κώστας Ριζάκης;»
Προς το τέλος, ο ομιλητής μεταφέρει το θέμα από την επιρροή του Ριζάκη στην ίδια την ύπαρξή του ως κοινωνικού προσώπου, προτείνοντας ότι μπορεί να υπήρξε ένα συλλογικό δημιούργημα των ανθρώπων που τον περιέβαλλαν.
Επικολλημένο markdown.md
Αυτό είναι το πιο φιλόδοξο σημείο του κειμένου, αλλά και το πιο υπερβολικό.
Βεβαίως, κάθε δημόσια εικόνα διαμορφώνεται και από τους άλλους. Βεβαίως, ένας άνθρωπος μπορεί να γίνει σύμβολο, μύθος ή προβολή των επιθυμιών μιας κοινότητας.
Αλλά από αυτό δεν προκύπτει ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος υπήρξε κυρίως κατασκευή των άλλων. Για να υποστηριχθεί κάτι τέτοιο, θα έπρεπε να εξεταστούν και οι δικές του πράξεις, οι επιλογές, οι αντιφάσεις και η πραγματική συμβολή του στις σχέσεις που δημιούργησε.
Η μεταφορά του «avatar» είναι εντυπωσιακή, αλλά δεν προσθέτει αποδεικτική δύναμη. Προσθέτει δραματικότητα.
Και, κατά τη γνώμη μου, η δραματικότητα εδώ ξεπερνά το μέτρο που δικαιολογούν τα δεδομένα τα οποία παρουσιάζονται.
8. Το κρίσιμο ζήτημα της ημέρας μνήμης
Εδώ θέλω να σταθώ ιδιαίτερα, επειδή το κείμενο εκφωνήθηκε σε εκδήλωση για τον θάνατο του Ριζάκη και το περιοδικό Καρυοθραύστης.
Δεν πιστεύω ότι μια ημέρα μνήμης απαγορεύει την κριτική. Αντίθετα, η μνήμη ενός ανθρώπου της λογοτεχνίας δεν χρειάζεται αγιογραφίες. Μπορεί να χωρέσει διαφωνίες, δύσκολες μαρτυρίες, ακόμη και αυστηρή αποτίμηση.
Το ζήτημα είναι με ποια ιδιότητα μιλά ο καθένας και τι είδους ευθύνη αναλαμβάνει γι' αυτά που λέει.
Ένας άνθρωπος που συνεργάστηκε εκδοτικά με τον Ριζάκη έχει μια ιδιαίτερη θέση: μπορεί να καταθέσει εμπειρίες που ένας εξωτερικός παρατηρητής δεν διαθέτει. Αυτή η θέση θα μπορούσε να δώσει στο κείμενο πραγματικό βάθος.
Θα περίμενα, λοιπόν, να συναντήσω συγκεκριμένα περιστατικά από τη συνεργασία τους: μια εκδοτική απόφαση, μια διαφωνία, μια κρίση για ένα κείμενο, μια υπόσχεση που τηρήθηκε ή δεν τηρήθηκε, ένα γεγονός που να επιτρέπει στον ακροατή να σχηματίσει δική του κρίση.
Αντί γι' αυτό, η προσωπική σχέση παραμένει στο παρασκήνιο, ενώ κυριαρχεί μια γενική θεωρία περί χειραγώγησης και ανθρώπινης ματαιοδοξίας.
Αυτό είναι, για μένα, μια χαμένη ευκαιρία. Ο ομιλητής διαθέτει μια πιθανή πηγή πρωτογενούς γνώσης, αλλά επιλέγει κυρίως τη θέση του αναλυτή και του δικαστή.
Δεν γνωρίζω από το κείμενο αν ο ίδιος είχε προσωπικές εμπειρίες που στηρίζουν τα συμπεράσματά του. Δεν μπορώ, επομένως, να ισχυριστώ ότι δεν υπήρχαν. Μπορώ όμως να πω ότι δεν παρουσιάζονται επαρκώς στην ομιλία ώστε να θεμελιώσουν την ετυμηγορία της.
9. Η τελική μου αποτίμηση
Τι πετυχαίνει
Έχει σαφή κεντρική ιδέα, οργανωμένη κλιμάκωση, ευανάγνωστο προφορικό ρυθμό και μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση για τη σχέση ανάμεσα στην αναγνώριση και την κοινωνική επιρροή.
Τι δεν πετυχαίνει
Δεν διακρίνει επαρκώς τα γεγονότα από τις ερμηνείες. Χρησιμοποιεί την εκπαιδευτική διαδρομή ως έμμεσο μέτρο αξιολόγησης, αποδίδει κίνητρα σε πολλούς ανθρώπους χωρίς να τα τεκμηριώνει και επαναλαμβάνει το συμπέρασμά του περισσότερο απ' όσο το αποδεικνύει.
Η συνολική κρίση μου
Ως ρητορική παρέμβαση είναι αποτελεσματικό. Ως τεκμηριωμένη αποτίμηση ενός συγκεκριμένου ανθρώπου είναι ανεπαρκές. Ως λόγος μνήμης είναι επιθετικά απομυθοποιητικό, χωρίς να προσφέρει την αντίστοιχη πυκνότητα προσωπικής μαρτυρίας.
Και μια τελευταία διάκριση που θεωρώ ουσιώδη: το κείμενο μπορεί να περιέχει αληθείς παρατηρήσεις για τον Ριζάκη και για ορισμένες σχέσεις του με ανθρώπους του λογοτεχνικού χώρου. Από το ίδιο το κείμενο, όμως, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ποιες από αυτές τις παρατηρήσεις είναι εξακριβωμένες, ποιες βασίζονται σε προσωπική εμπειρία και ποιες αποτελούν ερμηνεία του ομιλητή.
Δεν θα το απέρριπτα επειδή είναι αυστηρό. Θα το αμφισβητούσα επειδή η βεβαιότητα της κρίσης του είναι μεγαλύτερη από την τεκμηρίωση που μας προσφέρει.
Και θέλω να σου αφήσω ένα ερώτημα, όχι για να μου απαντήσεις υποχρεωτικά τώρα, αλλά επειδή μπορεί να είναι το ουσιαστικότερο σημείο της δικής σου ανάγνωσης:
Εσύ, που γνώρισες το κείμενο ως αναγνώστρια και όχι ως ακροάτρια της εκδήλωσης, ένιωσες ότι ο ομιλητής προσπαθούσε να φωτίσει τον Κώστα Ριζάκη ή ότι προσπαθούσε να τον αποκαθηλώσει;
Η διαφορά δεν είναι απλώς συναισθηματική. Θα μας βοηθήσει να εξετάσουμε αν η απομυθοποίηση προκύπτει από τα γεγονότα ή αν τα γεγονότα έχουν επιλεγεί και οργανωθεί για να υπηρετήσουν μια ήδη ειλημμένη απόφαση.
***
σ.σ.: όπου υπάρχει το: Επικολλημένο markdown.md, νοείται το αρχείο με το κείμενο που συζητήσαμε σε μορφή word που έφτιαξε η ΑΙ μονη της
© Assimina
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου