Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2026

Βασίλης Λαλιώτης, ΣΟΦΙΑ

 

ΣΟΦΙΑ 1

 

Αν είναι καν να σώσω ένα όνομα θέλω να υπάρξεις, εκεί που κανείς δεν φωνάζει τ' όνομά σου και κανένα κορίτσι δε γύρισε που να έχει τα μάτια σου ποτέ

Γι αυτό θα πάω μακριά ως τους Βαλκανικούς Πολέμους να πάρω απ'τη φωνή του πατέρα σου ένα λυγμό σ' αυτό το όνομα, να πω πως κατάγεσαι από το θάνατο μιας αγαπημένης κόρης, πως γύρισε αξύριστος στο σπίτι το κλειστό με τα παράθυρά του καρφωμένα, γυναίκα και μεγάλη κόρη πεθαμένες απ'της γρίππης την επιδημία και τα υπόλοιπα παιδιά σε σπίτια συγγενών...

Ο βενιζελικός που με την αγωνία λένε πως έσπασε την πόρτα και δεν πήρε είδηση στο καφενείο του Κοτρώτσου... το τέρας της μητέρας που το κλαίω κλαίω του άργησε μισόν αιώνα να μου έρθει, με τρία παιδιά καβάλα στ'αλογο για την γυναίκα την καινούρια για την κόρη με το όνομα της πεθαμένης και για να υπάρξω εγώ να σώσω το αποσιωπημένο όνομα μες στις γενιές αφού δεν ήταν της ζωής μόνο με ποίηση, εγώ, Οιδίπους, ορφανός Αντιγόνης

 

ΣΟΦΙΑ 2

 

Ποιός θα σου μάθει το κερί να βάζεις πίσω από το αυγό στη σάλα αν κάνει για το κλώσσημα, η μούργα πως γίνεται σαπούνι, το πεντεσπάνι, κι ακόμα με κερί που στάζει ποιός θα σου διαβάσει το Αι Δύο Ορφαναί, Αθλίους και Ανεμοδαρμένα Υψη μα και την προσευχούλα πριν τον ύπνο να σταυρώνεις μαξιλάρι... το Στύλος γέγονας, το Μέγαν εύραντο και το ως στρουθίον ερύσθη εξ αυτών...

Να βάλει κοκαλάκι στα μαλλιά σου, σάλιο της στα φρύδια σου κι ένα φορεματάκι χίλιες βελονιές τα χέρια της για να σε πάει στην αγορά από το χέρι στο υπόγειο του φωτογράφου για μια φωτογραφία στιγμής κι αιωνιότητας...

Να παίζεις στην αυλή της πόρτας που εκείνη περιμένει θάνατο και να σπαράζω μέσα μου γιατί το ξέρω πως είσαι μικρή και δεν θα την θυμάσαι ζωντανή.

Είσαι ένα δεν πίσω από όλα αυτά, λόγια μου αξόδευτα στο φίδι το τρισύλλαβό σου μάτια που πάγωσαν στην αλυσίδα των γενιών γιατί δεν ήρθες, δεν καταδέχτηκες αυτόν τον κόσμο που από το πρωί με το σκισμένο ρούχο στέκεται στο πεζοδρόμιο ο άγνωστος κι όλοι περνάν...

Είναι απ'το δεν υπήρξες που μου λείπεις, όπως εκείνοι που τους τέλειωσε ο Θεός κι η Επανάσταση κι αγγελοκρούονται μιλώντας με τη μάνα τους κι έχουν μια κόρη σαν εσένα δίπλα τους με το ωραίο χέρι της να τους κλείσει τά μάτια... και δεν έχω...

 

 [...]

 

 ολόκληρο στον σύνδεσμο 


 




από τον χώρο του στο f/b, σήμερα
δεν ρώτησα 
 

© Assimina 

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου