Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2018

Δαυίδ Μπάκας: "Ο Αλλοδαπός Χρόνος της Σιωπής", "Τσιγάρο και Λιβάνι"


η μικρή φόρμα ποιημάτων, μου μοιάζει με παιδί καλά δασκαλεμένο να σταματά στις αφύλακτες διαβάσεις και αφού βεβαιωθεί, συνεχίζει την κίνηση προς τα εμπρός, επενδύοντας νέα δεδομένα: ρυθμό, σκέψεις, αποκρίσεις

επιζητώ από το ποίημα χώρο και χρόνο μέσα στον οποίο θα μπορέσω να αναπτύξω, ζήσω/βιώσω και ολοκληρώσω κάθε συναίσθημα κι εικόνα που θα γεννηθεί εντός του (από την ανάγνωση)

ωστόσο, η μικρή φόρμα ποιημάτων προβάλει μια πρόκληση για σκέψη και ανάπτυξη όσων εκδοχών σου ανοίγονται-- σε σχέση πάντα με τις προσλαμβάνουσες, τις εμπειρίες αλλά και την γνώση και την κουλτούρα, --από τους μικρούς σε μήκος στίχους της και τον μικρό χώρο ανάπτυξής της, που σε αναγκάζουν να περνάς απέναντι διακόπτοντας βηματισμό κι ανοίγοντας άλλον

αν, δε, πρόκειται και για ποιήματα τόσο μικρής φόρμας που να χαρακτηρίζονται και ως ολιγόστιχα αλλά και ολιγοσύλλαβα ταυτόχρονα, το κατόρθωμα σε προκαλεί πιο πολύ και το στοίχημα προκύπτει πιο μεγάλο να αναπτύξεις, μέσα και πέραν του ακαριαίου, απόλαυση

αυτές τις σκέψεις περίπου έκανα, διαβάζοντας, και ξανά, τα ποιήματα του Δαυίδ Μπάκα από τις δύο πρώτες συλλογές του: Ο Αλλοδαπός Χρόνος της Σιωπής, Τσιγάρο και Λιβάνι

διαλέγω μερικά από αυτά
όσα λόγω κοινωνικών συνθηκών ή σε αναφορά με άλλες συλλογές που πραγματεύονται ανάλογα, μου εντυπώθηκαν σε σχέση με άλλα


Ο ζητιάνος

Κανείς διαβάτης
δεν άφησε οβολό
στη ραγισμένη παλάμη μου
κι ας είχαν όλοι
χέρια γελαστά.


Το πένθος του ανθοπώλη

Έχω λουλούδια
για τους νεκρούς σας,
μυρίζουν οι νεκροί,
οι νεκροί μυρίζουν
σαν την καρδιά σας.

Υπαίθριο

Άνθρωποι
που πωλούν και αγοράζουν
τις Κυριακές,
τη μάνα τους, τον πατέρα τους
αρχαία περηφάνεια κι αρχοντιά
στο πανέρι,
κάτω από το κόστος της ιστορίας.

***

Φαιά δάκρυα
      ή
φαιδρές δάφνες
κάποιος
      έχει
το ποτήρι τους.

ΕΙΔΗΣΗ

Τέλος εποχής
έφυγαν ξανά τα χελιδόνια.
Για λίγο, άγνωστο πόσο,
αποδήμησαν φέτος κατ' εξαίρεση
και τ' αρπαχτικά.

ΕΝΟΧΗ

Χωρίς μεταγραφές
και ποιός να δώσει τα λεφτά
μέσα στην ίδια κόκκινη φανέλα
έζησα την θάλασσα από τον φάρο
επιμελώς.
Δεν έπαιξα σε ψαρέματα
ούτε σε ναυάγια,
στην άκρη ήμουν επιμελώς
τρομαγμένο κοχύλι·
χόρευαν στο νερο
δύτες εμπρηστές,
πεινασμένες ύαινες,
στα χέρια τους λαμπύριζαν,
μολότοφ και τρίαινες.

ΜΑΚΙΓΙΑΖ

Των ωραίων
τα πρόσωπα
μισούν το μακιγιάζ.

Έτσι λοιπόν
αλήθεια ανθρώπου
πάνω από το ποίημα
δεν υπάρχει.

ΣΙΑΜΑΙΟ

          Αν δεν είχα φίλους
δεν θα 'γραφα ποιήματα,
          Αν είχα φίλους
δεν θα 'γραφα ποιήματα.





© Assimina

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου