Παρασκευή, 9 Ιουνίου 2017

Ο νεκρός, Ε. Χ. Γονατάς


Μπαίνω στο μικρό δωμάτιο. Δεξιά ένα μα-
       κρύ, τεράστο σιδερένιο κρεβάτι με πολύ
χοντρό στρώμα που φουσκώνει. Ένας άνθρωπος
είναι καθισμένος στην κορυφή, σκεπασμένος με
άσπρο μπαμπακερό πάπλωμα.
  "Πρόσεξε", μου λέει, "τα μπροστινά πόδια
του κρεβατιού· καθώς το πάτωμα με τ αχρόνια
όλο ανεβαίνει κι ανηφορίζει απ' αυτή τη μεριά
κατά το ταβάνι, δεν ακουμπάνε πια χάμω μα
πάνω στον τοίχο. Έτσι το κεφάλι μου κοντεύει
να φτάσει το μικρό εκείνο παράθυρο, δίχως παν-
τζούρια και πάντα ανοιχτό απέναντί μου. Σε λί-
γα χρόνια, όταν ολόκληρο το κρεβάτι, κι όχι
μόνο το μπροστινό του μέρος, έρθει κι ακουμ-
πήσει στον τοίχο (για την ώρα σχηματίζουν γω-
νία) θα μπορώ να βλέπω έξω χωρίς να 'μαι υπο-
χρεωμένος να σηκώνομαι. Θα είμαι και τότε ξα-
πλωμένος όπως τώρα στο κρεβάτι μου, αλλά θα
φαίνομαι σαν όρθιος".
    "Πολύ στενάχωρα", λέω, "είναι εδώ μέσα".
    "Δεν έχεις καθόλου δίκιο. Κοίταξε τι ωραία
εξοχή!", μου αποκρίνεται και μου ξαναδείχνει
το παράθυρο.
     Πηγαίνω στο παράθυρο. Είναι πολύ ψηλά.
Για να το φτάσω πρέπει να ανέβω πρώτα στο
μπαούλο. Ανεβαίνω και κοιτάζω έξω. Σε μισό
μέτρο μόλις απόσταση βλέπω μονάχα τους χα-
λασμένους τοίχους από μια σειρά καταθλιπτικά
σπίτια, που για παράθυρα έχουν κάτι μικροσκο-
πικούς --σαν κουτιά σπίρτα-- καγκελόφρα-
χτους φεγγίτες. Τίποτε άλλο. Νιώθω τώρα μπρος
στη θέα αυτή ακόμη μεγαλύτερο πλάκωμα στην
καρδιά μου.

Οι Αγελάδες
εκδ. στιγμή
1992



 © Assimina

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου