Πέμπτη, 2 Μαρτίου 2017

3(2) Anne Spencer




Γη, σε ευχαριστώ!

Σ’ ευγνωμονώ γη
Για την απόλαυση της γλώσσας σου
Είχες μια δύσκολη ώρα
Φέρνοντας την σε μένα
Από το έδαφος
Να γρυλίζει μέσα από το ουσιαστικό
Με όλους τους τρόπους
Ν’ αισθάνεται να βλέπει να μυρίζει να αγγίζει
--επίγνωση
Είμαι εδώ!

Νεκρώσιμος ύμνος

Ω, εγώ που τόσο ήθελα, λίγη να κατέχω γη,
Έχω αντίθετα, από τη γη αναλωθεί:
Αίμα στο ποτάμι
Στη στεριά οστά
Το μνήμα επιστρέφει ό,τι τον βυθό του βρει.
Ω, εγώ που από της Άνοιξης ήπια τον ανθομυριστό πηλό,
Τον οίνο του πίσω προσφέρω γι' ανθρώπους άλλους:
Αύρα σε άνεμο
Στο χορτάρι αγάπη
Απορφανίστηκε η καρδιά μου---ώρα μου λοιπόν να αναπαυθώ.


Είπε:

" Ο κήπος σου το σούρουπο
Είναι της αγάπης η ψυχή
Μέσα στην ομορφιά της θολή
Και απαλά θωπευτική·
Εγώ, ευγενικά τολμώντας,
Τη γλυκιά αυτή ομολογία,
Λέω ο κήπος σου το σούρουπο
Είναι η δική σου, αγάπη μου, ψυχή."



Λευκά Πράγματα

Τα περισσότερα πράγματα είναι πράγματα χρωματιστά-
-ο ουρανός, η θάλασσα κι η γη.
Οι μαύροι άντρες είναι το περισσότερο άντρες·
πλην ελεύθεροι είναι οι λευκοί!
Είναι πράγματα σπάνια τα πράγματα τα λευκά·
τόσο εξαιρετικά, σπάνια έτσι

Έναν κόσμο ασημοκαπνισμένο
                                 από κάπου έκλεψαν.

Βρίσκοντας γη επίπεδη, πεδιάδες ευδίας,
εκτός από το φρεσκο-χορταριασμένο,
Λευκά φύλλα σκόρπισαν, δειλίας
όπως δρόμο άφηναν πίσω απλωμένο·

Με λόγχες εκλεπτύνονται τα χρυσά αστέρια,
Οι λόφοι όλοι κόκκινοι και πεύκα σκιασμένα,
Εκείνοι από επιθυμία για δύναμη χλωμαίνουν·
Και το αίμα έτρεψαν από ένα ρόδο ερυθρό
Σ' ένα φτωχό λευκό της παπαρούνας ανθό.

Μια φυλή μαύρων, μαύρων ανθρώπων, στοίβαξαν σε νεκρική πυρά
Και σε στάχτη λευκή τους έκαψαν· μετά,
Γελώντας, ένα κρανίο αξίωσε ένα παιδί νεαρό,
Γιατί ενός μαύρου το κρανίο σκοτεινό δεν είναι, αλλά φωτεινό,
Ένα πράγμα εξαιρετικά αστραφτερό

Φαίνεται για τον βρυκόλακα αυτόν φτιαγμένο
Στου Θεού το πρόσωπο να ταλαντεύεται με σθένος γενικό,
Κι όρκο να παίρνει στην κόλαση που τον έχει γεννημένο:
"Ανθρωπο-κατασκευαστή, φτιάξε λευκό!"

©μτφρ.: Ασημίνα Λαμπράκου 


στο πρωτότυπο:
 Earth, I thank you

Earth, I thank you
for the pleasure of your language
You’ve had a hard time
bringing it to me
from the ground
to grunt thru the noun
To all the way
feeling seeing smelling touching
—awareness
I am here!

Requiem

Oh, I who so wanted to own some earth,
Am consumed by the earth instead:
Blood into river
Bone into land
The grave restores what finds its bed.
Oh, I who did drink of Spring’s fragrant clay,
Give back its wine for other men:
Breath into air
Heart into grass
My heart bereft—I might rest then.


He Said:

“Your garden at dusk
Is the soul of love
Blurred in its beauty
And softly caressing;
I, gently daring
This sweetest confessing,
Say your garden at dusk
Is your soul.
My Love.”


White Things

Most things are colorful things-
-the sky, earth, and sea.
Black men are most men;
but the white are free!
White things are rare things;
so rare, so rare
They stole from out a silvered world--somewhere.

Finding earth-plains fair plains,
save greenly grassed,
They strewed white feathers of
cowardice, as they passed;

The golden stars with lances fine,
The hills all red and darkened pine,
They blanched with their want of power;
And turned the blood in a ruby rose
To a poor white poppy-flower.

They pyred a race of black, black men,
And burned them to ashes white; then,
Laughing, a young one claimed a skull,
For the skull of a black is white, not dull,
But a glistening awful thing

Made, it seems, for this ghoul to swing
In the face of God with all his might,
And swear by the hell that sired him:
"Man-maker, make white!"




Anne Spencer



Αφροαμερικανίδα ποιήτρια. Γεννήθηκε στις 6 Φεβρουαρίου του 1882 από γονείς με μεικτή καταγωγή. Ο πατέρας της ήταν αφροαμερικάνος με ρίζες στην ινδιάνικη φυλή Seminole και η μητέρα της γεννήθηκε από μητέρα πρώην σκλάβα και πατέρα έναν πλούσιο αριστοκράτη από τη Βιρτζίνια.
Λίγο μετά τη γέννηση της Anne η οικογένεια άλλαξε τόπο κατοικίας και λίγο αργότερα οι γονείς της χώρισαν, οπότε η Anne και η μητέρα της μετακόμισαν στη Δυτική Βιρτζίνια. Εκεί η Anne δόθηκε στην ανάδοχη οικογένεια του ζεύγους William Dixie και ακολούθησε την τυπική εκπαίδευση περίπου στα έντεκά της χρόνια, στη Θεολογική Σχολή της Βιρτζίνια και το Κολλέγιο.
Η Anne συναντήθηκε στο Κολλέγιο και παντρεύτηκε Edward Alexander Spencer του Lynchburg, με τον οποίο απέκτησε τρία παιδιά.

Ποιήτρια, σύζυγος, μητέρα και κηπουρός, έγραψε ποιήματα με θέματα μυθολογικά, βιβλικά, της φύσης και του κήπου της. Βρήκε αναγνώριση ανάμεσα στους αφροαμερικανούς ποιητές και λογοτέχνες όπως οι Langston Hughes, W.E.B. Dubois, Countee Cullen, Sterling A. Brown, Marian Anderson, ο Πολ Ρόμπσον, Thurgood Μάρσαλ, Zora Neal Hurston, Mary McLeod Bethune, Adam Clayton Powell, Claude McKay, George Washington Carver, HL Mencken, Amaza Lee Meredith, Gwendolyn Brooks, και η Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Ο James Weldon Johnson ήταν ο πρώτος που «είδε» το ποιητικό της ταλέντο το 1919. Πέρα από την συγγραφή, η Anne Spencer βοήθησε την Ένωση για τα Δικαιώματα και την Πρόοδο των Έγχρωμων της Αμερικής (NAACP) και κατέχοντας τη θέση της βιβλιοθηκάριου στο αποκλειστικά για Μαύρους Γυμνάσιο Dunbar, για είκοσι ολόκληρα χρόνια, πέρασε μεγάλο μέρος του χρόνου της ασχολίας της με την συγγραφή, εξυπηρετώντας τοπικές επιτροπές για να βελτιώσουν νομικές, κοινωνικές και οικονομικές πτυχές των Αφροαμερικανών.

Σε δύσκολους καιρούς, έβρισκε καταφύγιο και έμπνευση στον κήπο της στο εξοχικό σπίτι στο Edankraal. Το όνομα που δόθηκε στο κτήμα είναι ένας συνδυασμός του ονόματος του συζύγου της Αν, του δικού της και της λέξης kraal που στην τοπική διάλεκτο Αφρικάανς, σημαίνει: μαντρί. Το σπίτι τους εκεί έγινε το «σαλόνι» για πολλούς αφροαμερικανούς ταξιδιώτες, όπου βρήκαν φιλοξενία σε καιρούς που οι νόμοι φυλετικών διακρίσεων τους απέκλειαν τη διαμονή σε ξενοδοχεία.

Περισσότερα από τριάντα ποιήματά της δημοσιεύτηκαν στη διάρκεια της ζωής της, τοποθετώντας την ανάμεσα στις πιο σημαντικές μορφές της μαύρης λογοτεχνίας στη δεκαετία του 1920 και μόλις την δεύτερη Αφροαμερικανίδα ποιήτρια που συμπεριλήφθηκε στην Ανθολογία Norton Σύγχρονης Ποίησης (1973).
Θα ήταν ωστόσο, άδικο να αναφέρεται ως ποιήτρια της οποίας τα θέματα ήταν αποκλειστικά θρησκευτικά ή μυθολογικά. Η ποίηση της Σπένσερ διακρίνεται από μια αγωνία για την ανθρώπινη αναζήτηση για ομορφιά και νόημα σε ένα άθλιο σύμπαν, ωστόσο το συνολικό έργο της ακυρώνει μια τέτοια κατηγοριοποίηση καθώς ποιήματά της όπως  "Black Man O' Mine," για παράδειγμα, χρησιμοποιεί ερωτικά σχήματα λόγου για να εξυμνήσει την αγάπη των μαύρων. Ενώ η Σπένσερ μοιάζει να μην έχει γράψει ποίηση διαμαρτυρίας, γνώριζε καλά την καταπίεση και των λευκών. Στο “The White Things”, το πρόσωπο του ποιήματος αντιμετωπίζει το ρατσισμό μεταφορικά: «Αυτοί [λευκά πράγματα] μετέτρεψαν το αίμα από ένα ρουμπίνι τριαντάφυλλο / Σε ένα φτωχό λουλούδι λευκής παπαρούνας." "They [white things] turned the blood in a ruby rose/To a poor white poppy-flower."

Η Anne Spencer πέθανε από καρκίνο σε ηλικία 93 ετών στις 19 Ιουλίου 1975.


(επιλογές μετάφραση επιμέλεια: Ασημίνα Λαμπράκου)


Πηγές:
Biography - Anne Spencer House and Garden Museum
Poetry Foundation
About Anne Spencer - University of Illinois - English Department
Wikipedia - photo



η Anne Spencer με το φόρεμα του γάμου της





© Assimina

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου