Τετάρτη, 20 Μαΐου 2015

θέσεις Άνοιξης στο "Το Ένδοξο Πένθος" του Βασίλη Λαλιώτη


θέσεις Άνοιξης στο "Το Ένδοξο Πένθος" του Βασίλη Λαλιώτη*


(ενότητα Α΄ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΣΩΖΟΠΟΛΕΩΣ)


19.

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΑΝΟΙΞΗ
Το καφενείο παραλιακό
μάτια καφές και ζάρια
τα τζάμια δακρυσμένα πίσω η θάλασσα
που μπαίνει φωτισμένο το ποστάλι

Να πού επιτέλους
έχεις μια κατάδική σου μοναξιά
να δοκιμάζεται στο προσεγμένο βήμα του διαβάτη

Έξω βροχή και λησμονιά.


13.

Δάκρυα κάτω απ’ τη βροχή.

Μια μικρή βάρκα
στην ταραγμένη θάλασσα των σπλάχνων μου

Θα τολμήσω και πάλι την Άνοιξη

Μαύρο χαρτί στ’ άσπρα μου λόγια ο ουρανός.



24.

Κάτι μου λένε χρόνια τ’ αναμμένα τζάμια
που το βρίσκω ξανά στου φεγγαριού το αρμένισμα

Μάτια της γάτας που άστραψαν κάτω απ’ τον προβολέα
το λασπωμένο φως στην άσφαλτο
Δεν έχω που…

Δεν έχω που να πάω κι απότομα
κρούση συμφώνων και φωνήεντα έλκονται:

Πικρές Πιερίδες, πικρές
Και θλίψη μου από ανθούς της Άνοιξης.




(από την ενότητα Γ΄ΤΟ ΕΝΔΟΞΟ ΠΕΝΘΟΣ - ΣΗΜΑΤΑ)

27.

ΚΥΡΤΗ φέρνοντας στήθος… όταν τα βλέφαρα δεν τον κρα-
τούνε πια τον ύπνο γδαρμένο από υστεροβουλίες σε βυθίζει
ο έρωτας διπλόφαρδος ένα σεντόνι θάλασσα έξω απ’ το πα-
ράθυρο μια δαγκωνιά βαμβάκι μες στα δόντια και συστροφή
που σου γεννάει ένα τρικύμισμα ιστίου γύρω από τους βου-
βώνες… γυναίκα που αγάπησες χωρίς να σ’ αγαπήσει κι έρ-
χεται τώρα δειλινό στο ντόκο γοργόνα εξόριστη με το καμέ-
νο μάγουλο να βρίσκει δάκρυ μια κοίτη χρόνου που άνοιξε
αλλού αφήνοντας σου κάποια λόγια συντρίμμια σκόρπια σε
παλιά εργοτάξια μες στον ασβέστη μαύρα αγάλματα σχήμα-
τα του άλλου σώματος σου όταν εμψυχωνόταν μάτια κορι-
τσιού απρόσιτου.
__Που θα μας βγάλει η άνοιξη που έρχεται, που θα μας βγά-
λει; Με τι μπουμπούκια κερασιάς θα πάρει φως το μάτι; Κι
αυτό το τρίτο το μικρό κορίτσι που άφησες σιγά σιγά σαν
ποίημα για ν’ ανακλαδίζεται σφυρίζοντας σαν τα λαγωνικά
τα μεσημέρια σου φέρνοντας ροδαμούς και βρύα πώς προ-
σποιείται ακόμα δεν το υπολογίζεις;



31.

«ΟΜΩΣ στ’ αλήθεια αν με ρωτάς τι θά ’θελα
να γίνω πάλι δεκαοκτώ χρονών
κι αλλιώς στη σαρκοβόρα δύναμή της να ενδώσω» --
_Όπως το φύσηξε ο ρυθμός το φέρνει η μνήμη κουρέλι από
χειρόγραφο σκισμένο. Τρία κεριά του τελευταίου Φλεβάρη
δέκα χρονάκια φλόγα το καθένα  καίγοντας λουλούδια μυρι-
σμένες αγκαλιές μέσα στο κενοτάφιο της εφηβείας σου κι ο
χρόνος ψάχνοντας κατεβασιά με τα νερά. Το σώμα ξέρει κά-
τι από το πτώμα σου που το διδάχτηκε την επομένη της αγά-
πης το σώμα ξέρει να υποδέχεται τον κήπο κάθε άνοιξης να
δείχνει τον Απρίλη το σκληρό που διάβαζες το γαντζωμένο
χέρι που ριζώνει σ’ ό,τι αγάπησες κι ένα πόνου ανάλογο που
ψάχνει νέα λόγια. Το σώμα ξέρει. Ένα κορίτσι ας πούμε
σχεδόν άγνωστο σου κι απειρόγαμο χέρι θαλλός που στρέ-
φε προς το φως γυρεύοντας να κρατηθεί στο χέρι σου από
τη θύελλα που του αγριεύει τα λαγόνια…

μπορεί να μείνεις πια με το μολύβι στο δεξί
και σημαδεύοντας τ’ αποσιωπητικά της νύχτας για τη μέρα.



(απόσπασμα από το Β’ ΠΑΡΑΒΑΣΗ)

[...]

Θα σε διαλέξουν ίσως αύριο
για ένα παιχνίδι ζοφερό με μειονότητες
να προαχθείς στη διεθνή ειδησεογραφία.
Και στο ανέκαθεν το πικρό του κόσμου
μένει ένα ναι από άνοιξη κι από παιδιά
κι η πόλη πια είναι του γραμμένου το άπαιχτο.
Μιας επανάστασης απόνερα ένας ψίθυρος
και μια ελάχιστη ζέστα κορμιών για να σου πω
το παραμύθι που βυθίζει μες στον ύπνο το ένα του φτερό.

Λοιπόν, ήτανε μια φορά κι έναν καιρό…

                                                      Μάιος ’89



© Assimina

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου