"Οι καθαρίστριες"γράφηκαν με αφορμή ένα [ακόμη :Ρ] γκρινιάρικο σχόλιο του καλού μου φίλου [μου επιτρέπεις ελπίζω!] Sotiris K. στο ποστ του λαμπρού νέου Darthiir, με τίτλο: ψόφιο σπουργίτι
Η Βαγγελιώ είχε τη θέση της μόνιμης καθαρίστριας στο σχολείο, δυο παιδιά, μερικά δόντια χαλασμένα που πάλευε να τα φιάξει, μια καρδιά που πάλευε μην χαλάσει και μια αποφορά του λόγου της που σκόνταφτε στην έξοδο της γλώσσας της. Άντρα δεν είχε. Χήρα ή ζωντοχήρα, ποτέ δεν την ρώτησα, για καλό.
Είχε κι ένα σπιτάκι που το συγύριζε μονάχη της αφού η κόρη της δούλευε κι ο γιος ήταν στο νησί να δουλεύει κι αυτός με την σειρά του. Μέχρι και την μαντρούλα έχτιζε τώρα τελευταία. Αυτή είχε μείνει που ήθελε διόρθωμα μετά τον σεισμό του ’99. Τα κατάφερε.
Άμα ήθελε η Βαγγελιώ να σου μιλήσει, έφερνε το πόδι τ’ αριστερό λίγο πιο μπροστά, το σώμα το ίδιο και έκανε γωνία το δεξί της χέρι, κινώντας το εμπρός σου με τον δείχτη τεντωμένο για έμφαση. Γιατί η Βαγγελιώ είχε έμφαση άμα μιλούσε και μιλούσε πολύ. Κι όταν μιλούσε για άντρες η λαϊκότητά της τής προσέδιδε μια χυδαιότητα συμβατή με την καταγωγή και τις κινήσεις της, που οι γυναίκες της καλής κοινωνίας κρύβουν στον κοινωνικό καθωσπρεπισμό τους αλλά όχι στα μύχια των σκέψεων τους γελώντας σκηνοθετημένα και φοβισμένα, πρόστυχα. Και συγχωρίσιμη, Και μην εξανίστασαι για την λέξη που έφιαξα μια και ήθελα να δηλώσω αυτό που δύναται ή οφείλει να συγχωρεθεί.
Η Βαγγελιώ μπορεί νάχε δυο παιδιά κι ένα σπιτάκι που συγύριζε μονάχη της, αλλά το βασίλειό της ήταν το σχολείο μας. Σήκωνε την σκούπα και την σφουγγαρίστρα από τη μια σαν παντιέρα κι απ’ την άλλη το φαράσι σαν σημαία της επικυριαρχίας της. Καθημερινά φρόντιζε όλους τους χώρους και τα καλοκαίρια πριν το ξεκίνημα έπλενε τους τοίχους του σχολείου λες κι ήταν αίθουσα θεάτρου. Ακόμη και τα σοβατεπιά άστραφταν! Ο Δήμος γλύτωνε ένα σωρό λεφτά που μπορούσε να τα «ρίξει» σε άλλα ..έργα παρά στο βάψιμο του σχολείου. Της χρώσταγε χάρη, το δίχως άλλο. Το φόρτε της όμως ήταν η αυλή που την ..γυάλιζε λες κι ήταν σάλα χορού. Από το πρωί έως την λήξη του ωραρίου μας, εκτελούσε συχνά και χρέη φύλακα ή εφημέριου στην έγνοια της μην και οι μαθητές χαλάσουν αυτό που έφιαξε. Έτσι, συχνά κυνήγαγε τα παιδιά όταν τα έβλεπε να αθετούν τις προσταγές της και κυρίως παραπονιόταν στον Διευθυντή. Γιατί η Βαγγελιώ παραπονιόταν και πολύ μάλιστα για να ακούσει και να δρέψει συχαρίκια για την δουλειά της. Ωστόσο, το άξιζε. Και το άξιζε πιο πολύ όταν έκοβε την Άνοιξη λουλούδια από την αυλή της να στολίσει τα βάζα στην αίθουσα μας και το γραφείο του Διευθυντή. Τότε ήταν που τα ξεχνάγαμε όλα, γιατί.. παράπονα βρίσκαμε να έχουμε. Μας αγρίευε βλέπεις τους μαθητές και μας περιόριζε. Αν ήταν δυνατόν να κρατηθεί το σχολείο ανέγγιχτο στις ώρες λειτουργίας του! Μα, σαν βλέπαμε τα λουλούδια, λουλούδιαζε κι εμάς το χαμόγελο στα χείλη. Ευχαριστιόμασταν και το δείχναμε. Κι εκείνη καμάρωνε σαν κομμάτι μας.
Η Βαγγελιώ ωστόσο, δεν περιοριζόταν στα δημόσια δικά μας και του Διευθυντή συχαρίκια. Φρόντιζε τον εαυτό της όπως το σπίτι και το σχολείο μας. Τελευταία, κάθε που τα μεσημέρια τέλειωνε τη δουλειά, επιβράβευε τον κόπο της με μια δυο μικρές γουλιές από ‘κείνη την κυπριακή τσικουδιά που είχε φέρει για τον Σύλλογο η συνάδελφος. Το κατέβασμα της στάθμης του ποτού, από την στιγμή που έγινε αντιληπτό, αποτέλεσε σημείο προβληματισμού και στησίματος σεναρίων για πολύ καιρό. Μέχρι που κοιταζόμασταν με δυσπιστία κάποιες φορές έως ότου ήρθε η ώρα που συνταξιοδοτήθηκε η Βαγγελιώ κι η στάθμη σταθεροποιήθηκε! Βλέπεις η ζωή είναι στυφή σαν είσαι μονάχη κι ας έχεις βασίλειο. Χρειάζεται κάτι δυνατό να την σπρώχνει καθημερινά πιο κάτω…
Η Κωνσταντίνα έχει μια μελαχροινή αλογοουρά, ένα κορμάκι 24 δυνάμεων να το κρατάνε ορθό και περήφανο καθώς διαφεντεύει τον χώρο της και δυο μαύρα μάτια που φυλάνε την έγνοια του πατέρα της και της, ας πούμε, άρρωστης αδελφής της. Σηκώνει την σκούπα και το φαράσι σα παιχνίδια και γελά με τα παιδιά φοβερίζοντας τα με δαύτα. Κι εκείνα γελάνε και τρέχουν χαρούμενα παίζοντας εδώ και κει και μερικά θαυμάζοντας το κορμάκι των 24, θεμιτό, κι άλλα δείχνοντάς της την εμπιστοσύνη που θα είχαν σε φίλη τους.
Η Κωνσταντίνα έχει την θέση της επι συμβάσει καθαρίστριας του σχολείου λίγο μετά που έφυγε η Βαγγελιώ για το νησί με την σύνταξη της να την συνοδεύει. Ωρομίσθια. Ώρες εργασίας, κι επομένως πληρωμής, 4, για ένα σχολείο που θα μπορούσε να εξυπηρετήσει 13 τμήματα τάξεων με ξεχωριστές αίθουσες τελετών, Μουσικής κι εργαστηρίων Πληροφορικής και Φυσικών Επιστημών. Μαζί με αυτά, έχει και την δική μας απαιτητικότητα, επιτήρηση κι αποδοκιμασία, πράγματα που εκφράζονται δίχως η σκέψη κι η γνώση να προηγείται της διατύπωσης και που, έτσι κι αλλιώς είχε και τότε που την καθοδηγούσαμε στην γνώση. Γιατί, ναι όπως το φαντάστηκες, κάποτε ήταν μαθήτριά μας, όχι όμως πως αυτό σαν γεγονός καθοδηγεί ή ορίζει την συμπεριφορά μας. Κι ούτε που, αντίθετα, την περιορίζει. Η μικρή όμως δεν κολλάει. Ή έτσι δείχνει. Αντιμετωπίζει τις απαιτήσεις μας με βλέμμα καθαρό, έντιμο και σε απευθείας σύνδεση με το δικό μας. Άλλωστε, το σχολείο είναι η δουλειά της και το βασίλειό της, αν έχει δηλαδή σε αυτήν την ηλικία, είναι κάπου έξω. Εκεί που αναμετριούνται οι συνομήλικοι στα δικά τους. _
©Assimina