Παρασκευή, Νοέμβριος 06, 2009

αλλόκοτο (ομοίως)

πηγα να φορεσω σουρωτηρι
σαν κρανος ασφαλειας
μα καποιος με περασε
για κρατος αφελείας

γελασε κι μ' άφησε
μαζι του να παλευω
κι εγω ακομη το κοιτώ
και όλα τα μπερδευω..

τα βουνά τις θαλασσες
τους ερωτες τα μιση

αχ τις καρδιες που αγαπουν
κανεις να μη τολμησει
βουτωντας τες μεσ' το μυαλό
ν' απομυθοποιήσει


στου β.ζ.
(padrazo)
"123 λέξεις"

10*7*09

©Assimina

Τετάρτη, Νοέμβριος 04, 2009

αλλόκοτο .

* ~ *


























κόλπα γονιμότητας

και δήθεν συνουσίας
δόθηκ' η αφορμή
της πλήρους απαξίας

για να κερδίσεις μάτια μου
απόδειξη ουσίας
προσπάθησε ν' απεκδυθείς
οφίκια εξουσίας












©Assimina

Κυριακή, Νοέμβριος 01, 2009

ερωτικό a .

Θάρθω να σε συναντήσω
Με την άρνηση της γυναίκας
Που η ζωή της σώνεται

Θάρθεις να με βρεις
Των καιρών ταξιδευτής
Με τάματα στην Παναγιά

Και
Στης στιγμής της μέγιστης
Την αγιοσύνη
Τότε που θα συντελείται
Των σωμάτων προσκύνημα
Θα μου παραδώσεις
Όσιο
Ό,τι πιο πολύ αμφισβήτησα και λάτρεψα

Τον εαυτό μου









* μέρος από το:
φόβος κι έρωτας

** συχνά ο παππούς μου
χρησιμοποιούσε την έκφραση: σώθηκε
αναφερόμενος σε κάτι που τελείωσε
έτσι κι εδώ
η έκφραση:
η ζωή της σώνεται
υποδηλώνει κάτι ανάλογο
που ωστόσο έχει σχέση
με την φυσιολογική φθορά και τίποτε άλλο



©Assimina

Τρίτη, Οκτώβριος 20, 2009

ο Σάκης .



Μια φορά κι ένα καιρό ήταν οι δέσμες κι ανάμεσά τους η πέμπτη και τα παιδιά που πήγαιναν ή προοριζόντουσαν γι αυτήν ήταν χαρούμενα και το δείχνανε σ’ όλους τους τόπους και με όλους τους τρόπους κι έτσι αυτό το βράδυ σε εκείνο το φροντιστήριο του Χαλανδρίου ο Σάκης που εκτός από χαρούμενος ήταν κι ερωτευμένος κι ο έρωτας είναι καημός ξεχωριστός και φωνάζει από όποια θέση κι αν βρεθείς, τραγούδαγε: «Με σκότωσε γιατί την αγαπούσα // γιατί την είχα σαν μικρό παιδί» ( αθάνατε Διονυσίου! ), επισείοντας τον γέλωτα των συμμαθητών του και το ίδιο και της καθηγήτριας που όμως κράτησε την ψυχραιμία της αλλά δεν την κράτησε ο μετασχηματιστής με τα μη ιδανικά πηνία που δίδασκε κι έκανε τις απώλειες απόδοση και βρέθηκε να παίζει ρόλο χασούρας στο σύστημα του εναλλασσόμενου ρεύματος και πολύ ντράπηκε η καθηγήτρια όταν το διαπίστωνε αργότερα στο σπίτι της κι έψαχνε τον Σάκη και τ’ άλλα τα παιδιά να διορθώσει το λάθος κι επειδή πίστευε κι έγινε, να είναι το θέμα των εξετάσεων της επομένης αλλά κι επειδή ντρεπόταν εκείνον τον Θανάση Κ., τον καθηγητή στο φροντιστήριο του Κανέλλου που φορούσε τζιν παντελόνι και πουκάμισο ίδιο ξεπλυμένο την χρονιά του ’76 που ήταν υποψήφια κι εκείνος της δίδασκε Μηχανική που πολύ αγάπησε με κίνητρο το ξεπλυμένο τζιν και την απόδοση της σε αυτήν, ενώ είχε γράψει το πιο πλήρες βιβλίο στην Επαγωγή και τους Μετασχηματιστές με τον φίλο του που δεν θυμάται το όνομά του πια κι ήθελε να διορθώσει τιμής ένεκεν σε ‘κείνη τη σχέση και την ευθύνη των πράξεων της όπως συνήθιζε νάχει κι ακόμη έχει.

Τα χρόνια πέρασαν και μαζί τους πολλά. Η καθηγήτρια σταματούσε πλέον συχνά στις ανηφόρες για να παίρνει ανάσα μα συνέχιζε να μην βάζει εύκολα «τελείες». Ωστόσο, κάθε που αναγκαζόταν να σταματήσει στις ανηφοριές, ξεφόρτωνε κι από ένα μέρος της νεανικής αυθάδειας κι αλαζονείας και ζαλωνόταν τα χαρακτηριστικά του ενήλικα προχωρημένης ηλικίας, πίκρα ας πούμε και βιασύνη άλλης αφετηρίας κι εγωισμό της εμπειρίας. Και μια κατάσταση άτονης έκφρασης απ’ όπου βγήκε με τον θυμό κι από την ανάγκη του ανθρώπου που «φεύγει» και δεν έχει ακουστεί. Μα όπως τα συναισθήματά της πέφτανε βαριά στην ίδια και στους άλλους, άρχισε να επιτρέπει να εναλλάσσονται στο προσκήνιο ελαφρότητες με βαριές φιλοσοφίες κι αυστηρότητα, δίχως να χάνει ωστόσο τα υλικά που την δόμησαν.

Έτσι, εκείνο το πρωινό στο σχολείο του Ζεφυρίου όπου ο Σάκης με τα μελιά μάτια μπογιατισμένα με την τσαχπινιά της φυλής του, άρχισε να τραγουδά στο τέλος της σειράς και του μαθήματος «Άλλα θέλω κι άλλα κάνω / πώς να σου το πω..», επιβράβευσε το παιδί μ’ ένα χαμόγελο την ώρα που παραδεχόταν πως..α! τι όμορφο τραγούδι! μα δεν θυμόταν ποιο είναι και ρώτησε αυτό και ποιος το τραγουδάει μα ούτε το παιδί το ήξερε μόνο συνέχισε «Έξω φυσάει αέρας / κι όμως μέσα μου…», Μάλαμας! Πριγκηπέσα! Είπε και συμφώνησε κι ο Θανάσης του πιο μπροστινού θρανίου κι η έκπληξη ήταν μεγάλη όσο και όμορφη.

Το πρώτο τρίμηνο είναι δύσκολο στα σχολεία για λόγους που ούτε μπορείς να φανταστείς κι αν το κάνεις μένεις απορώντας που δεν τάχες σκεφτεί εξ αρχής. Άμα δε, είναι και πρώτος μήνας της Α’ τάξης, την έβαψες ως εμπλεκόμενος σε μια πιο σύνθετη διαδικασία. Αν σου τύχει μάλιστα να εφαρμόσουν εκείνη την χρονιά που μπαίνεις σε όλα τα τμήματα της Α’, το εξαγγελθέν από το 4ο πρώην ΚΠΣ νυν ΕΣΠΑ, πρόγραμμα «ψηφιακή τάξη», την έκατσες την βάρκα μάγκα μου κι αν δεν σου έχει τύχει ένας Σάκης στη ζωή σου να τραγουδά όσο εσύ πασχίζεις να αποδόσεις τις έννοιες της Φυσικής, δύσκολα να βρεις την σύνδεση με ότι μέλλει να προκύψει.

Κι ότι πρόκυψε ήταν σε πλήρη αρμονία με τις συνήθειες και την κουλτούρα αυτών των παιδιών μα και όσων δίχως την βία του φόβου εναρμονίστηκαν τόσα χρόνια μαζί τους –μιλώ για τα υπόλοιπα παιδιά.

Χορεύεις κυρία; Έχω 30 χρόνια να χορέψω, απάντησε η καθηγήτρια όχι με ντροπή αλλά μιαν ελπίδα να βρεθεί κάτι κάποτε να την ξανασηκώσει για χορό. Τίποτα; Ούτε λίγο; Ούτε τα δικά μας; Κι ένα κλικ έφτανε να ελευθερώσει την μουσική στην αίθουσα και τα κορμιά τους. Ο Σάκης κι ο Θανάσης άρχισαν να λυγίζουν το σώμα τους όπως τους είχε μάθει η φυλή τους, γονείς, θείοι, παππούδες. Τα υπόλοιπα παιδιά γελούσαν συνενοχικά και χαρούμενα ._

Στους Σάκηδες της ζωής μου όλης




(πρώτη ανάρτηση: βιβλίο ύλης, small theater scene)

©Assimina

Τρίτη, Οκτώβριος 13, 2009

Διορθώτρια κειμένων .



Διορθώτρια κειμένων.

Είχε τον τρόπο της.
Με κίτρινο επεσήμαινε τα κατά την γνώμη της συντακτικά λάθη κι έσβηνε ή πρόσθετε σημεία στίξης, με κόκκινο τις λέξεις ή φράσεις που θα αφαιρούσε η ίδια και με το ίδιο πάλι επενέβαινε και διόρθωνε τις λέξεις όπως εκείνη νόμιζε πως θα ήταν νοηματικά ορθότερα γραμμένες. Στο τέλος, περνούσε μια γραμμή κάτω από τις φράσεις, λέξεις ή σημεία στίξης που την ενοχλούσαν αλλά δεν μπορούσε να βρει από μόνη της λύση.

Στην αρχή αντάλλασσαν τα κείμενά του με αλληλογραφία.
Η παραλαβή γινόταν πάντα με μια χαρά που δεν είχε ανάγκη να κρυφτεί κι η διόρθωση με την έξαψη της αλληλεγγύης και της αποκάλυψης του περιεχομένου. Ένα παιχνίδι ανάμεσα σε δυο ανθρώπους που είχαν λόγους να εμπιστεύονται ο ένας τον άλλο και να αλληλοεκτιμιούνται. Εγκέφαλοι πολύστροφοι. Ψυχές ανήσυχες. Βρίσκαν σιγουριά ο ένας στην αποδοχή του άλλου κι ο καθένας στο δικό του μέρος μέσα στο ίδιο έργο. Εκείνη, μεγαλύτερή του, αποτελούσε γι αυτόν την πρώτη επιβεβαίωση της αξίας του ως συγγραφέα. Το μέτρο του. Εκείνος, αποτελούσε γι αυτήν, τον άνθρωπο όπου η γνώμη της είχε σχεδόν θεραπευτική επίδραση. Κάτι σαν ενισχυτικό του εγωισμού του. Σαν προωθητικό του τρόπου του. Ένα θεμέλιο στο πολυσχιδή κι ανενδοίαστα κυνικό τού χαρακτήρα του, με τρόπο ώστε να μπορεί να ανεχθεί το συναισθηματικό του μέρος. Έτσι, επιβεβαίωνε κι η ίδια το στίγμα της πάνω του αλλά και τον τρόπο που είχε επιλέξει να στέκεται στα πράγματα. Την στάση της στη ζωή.

Αρχικά, σημείωνε όσες παρατηρήσεις είχε με το μολύβι της στο κάτω μέρος του κειμένου. Έπειτα, σκέφτηκε και χρησιμοποιούσε τα χρωματιστά της μολύβια ενδιάμεσα στο κείμενο. Η επιλογή των χρωμάτων αδιάφορη και τυχαία, μόνο που φρόντιζε στο τέλος της δουλειάς της να έχει ένα μικρό υπόμνημα με επεξηγήσεις να καταλαβαίνει εκείνος. Με τον καιρό όμως, η σχέση της με τα κείμενα του έπαιρναν άλλη τροπή κι ουσία. Έπιανε τον εαυτό της να βυθίζεται στις λέξεις, να ταξιδεύει με τις εικόνες, να αγκιστρώνεται από τα υπονοούμενά του, να συμμετέχει, να παθιάζεται, να ησυχάζει. Ενσωματωνόταν με τα γραφόμενα τόσο που τα χρωματιστά μολύβια στα χέρια της άλλαζαν ρόλο. Πινέλα να αποτυπώνουν πρόσωπα, γραφίδα να καταγράφει συναισθήματα, λουλούδια να προκαλούν τις αισθήσεις, τροχαλίες να σηκώνουν τον νου. Κι όσο περνούσε ο καιρός τόσο πιο έντονα όλα αυτά ειδικά στις περιπτώσεις που το περιεχόμενο ξέφευγε από τα τυπικά κι εισέδυε στα προσωπικά. Τότε ήταν που χανόταν μέσα στις γραμμές ψάχνοντας τα ίχνη από μια τόση δα αναφορά ή συσχετισμό με την ίδια σαν απόδειξη της δικής της επιρροής πάνω του.

Συχνά στα τηλεφωνήματά τους, αραιά κι όποτε το επέτρεπε ο συνδυασμός χρόνου και διάθεσης και των δυο, η γυναίκα πατούσε με σιγουριά στα αυλάκια της φωνής του άντρα και ταλαντευόταν μαζί της σα να κάνει σερφ σε θάλασσες ελαφρύ κυματισμού συντροφιά με ένα σμήνος από θαλασσοπούλια ακόλουθους. Όταν εκείνος νευρίαζε, προσπαθούσε με την σιωπή και την αφέλειά της έπειτα, να ησυχάσει την τρικυμία. Τότε αγκάλιαζε το γέλιο του, σπάνιο με τα χρόνια, και οδηγούσε τα βήματά του σε τάνγκο παθητικό. Στην λύπη του, αγαπούσε τις κινήσεις του πίσω από το ακουστικό για να τις κάνει κατόπιν σκηνή στα δικά της γραπτά. Κι άμα εκείνος σιωπούσε, τον παρέσερνε σ’ ένα μπλουζ μελαγχολικό. Ποτέ δεν έδινε η ίδια λύση σε αυτές τις στιγμές του. Ποτέ! Μόνος του. Εκείνος.
Εκείνος;
Δεν της άφηνε περιθώρια λάθους. Λάθος στις υποθέσεις της. Όχι! Δεν γράφτηκε για σένα. Και συνέχιζαν.

Όταν η αλληλογραφία τους αντικαταστάθηκε από το fax, εκείνη λυπήθηκε αφάνταστα. Έκανε μήνες να το πάρει απόφαση πως χάθηκε η αμεσότητα στην επαφή τους. Αμεσότητα; Κι όμως! Υπήρχε. Ακόμη και τα χρώματά της τώρα πια δεν μπορούσαν να παίξουν όποιο ρόλο είχαν παλιότερα. Συνέφερε ωστόσο, γιατί εκείνο που την ένοιαζε ήταν να συνεχίσουν να μιλάνε. Μιλάγανε; Τότε λοιπόν ήταν που σκαρφίστηκε τα σκιτσάκια της αντί για τα χρώματα. Όχι! Δεν θα χρησιμοποιούσε τα τυπικά που είχε εν τω μεταξύ μάθει με την απόσπασή της σε άλλον τομέα υπηρεσίας. Εισήγαγε νέα δικά της. Κι ας την κορόιδευαν πιθανά όσοι το έβλεπαν. Μια μαργαρίτα για τις λάθος γραμμένες λέξεις. Ένα αστεράκι για τα γράμματα που έλειπαν. Δυο για τις λέξεις που ήταν γραμμένες με αντίστροφη θέση. Ένα φύλλο για τα αντίστροφα τοποθετημένα γράμματα σε λέξη. Κι άλλα. Μέχρι που και τα fax αντικαταστάθηκαν με τους υπολογιστές. Το πράγμα ευκόλυνε σχετικά. Η απόσταση μεγάλωσε. Σχετικά πάλι. Ένα που την παρηγορούσε στον λαβύρινθο αυτόν ήταν πως θα μπορούσε να ξαναχρησιμοποιήσει χρώματα. Τα αγαπημένα της χρώματα. Κωδικοποιημένα…

Είχε τον τρόπο της.
Με κίτρινο επεσήμαινε τα κατά την γνώμη της συντακτικά λάθη κι έσβηνε ή πρόσθετε σημεία στίξης, με κόκκινο τις λέξεις ή φράσεις που θα αφαιρούσε η ίδια και με το ίδιο πάλι επενέβαινε και διόρθωνε τις λέξεις όπως εκείνη νόμιζε πως θα ήταν νοηματικά ορθότερα γραμμένες. Στο τέλος, περνούσε μια γραμμή κάτω από τις φράσεις, λέξεις ή σημεία στίξης που την ενοχλούσαν αλλά δεν μπορούσε να βρει από μόνη της λύση.

Εισερχόμενα. Από Σ.Δ. Θέμα: διάβασε αυτό! Έβαλε τα γυαλιά της πρεσβυωπίας. Άπλωσε την μικρή κίτρινη κουβερτούλα στα πόδια της. Κρύωνε δίχως κάλτσες αλλά ποτέ δεν φορούσε. Διάβαζε. Ένα. Δυο. Όλο θα μπορούσε να ισχυριστεί πως ήταν γραμμένο όχι για την ίδια αλλά «από» εκείνη. Ήξερε όμως. Όχι! Αυτό δεν γράφτηκε για σένα… μ’ αυτή συνέχισε ιχνηλατώντας ανάμεσα στις εικόνες και τους χαρακτήρες να ανακαλύψει μια τόση δα αναφορά ή συσχετισμό με την ίδια σαν απόδειξη της δικής της επιρροής πάνω του._

τελειώνοντας την διόρθωση επισύναψε το δώρο της γι αυτή την φορά...

©Assimina

Τρίτη, Οκτώβριος 06, 2009

Οι καθαρίστριες .





"Οι καθαρίστριες"γράφηκαν με αφορμή ένα [ακόμη :Ρ] γκρινιάρικο σχόλιο του καλού μου φίλου [μου επιτρέπεις ελπίζω!] Sotiris K. στο ποστ του λαμπρού νέου Darthiir, με τίτλο: ψόφιο σπουργίτι


Η Βαγγελιώ είχε τη θέση της μόνιμης καθαρίστριας στο σχολείο, δυο παιδιά, μερικά δόντια χαλασμένα που πάλευε να τα φιάξει, μια καρδιά που πάλευε μην χαλάσει και μια αποφορά του λόγου της που σκόνταφτε στην έξοδο της γλώσσας της. Άντρα δεν είχε. Χήρα ή ζωντοχήρα, ποτέ δεν την ρώτησα, για καλό.

Είχε κι ένα σπιτάκι που το συγύριζε μονάχη της αφού η κόρη της δούλευε κι ο γιος ήταν στο νησί να δουλεύει κι αυτός με την σειρά του. Μέχρι και την μαντρούλα έχτιζε τώρα τελευταία. Αυτή είχε μείνει που ήθελε διόρθωμα μετά τον σεισμό του ’99. Τα κατάφερε.

Άμα ήθελε η Βαγγελιώ να σου μιλήσει, έφερνε το πόδι τ’ αριστερό λίγο πιο μπροστά, το σώμα το ίδιο και έκανε γωνία το δεξί της χέρι, κινώντας το εμπρός σου με τον δείχτη τεντωμένο για έμφαση. Γιατί η Βαγγελιώ είχε έμφαση άμα μιλούσε και μιλούσε πολύ. Κι όταν μιλούσε για άντρες η λαϊκότητά της τής προσέδιδε μια χυδαιότητα συμβατή με την καταγωγή και τις κινήσεις της, που οι γυναίκες της καλής κοινωνίας κρύβουν στον κοινωνικό καθωσπρεπισμό τους αλλά όχι στα μύχια των σκέψεων τους γελώντας σκηνοθετημένα και φοβισμένα, πρόστυχα. Και συγχωρίσιμη, Και μην εξανίστασαι για την λέξη που έφιαξα μια και ήθελα να δηλώσω αυτό που δύναται ή οφείλει να συγχωρεθεί.

Η Βαγγελιώ μπορεί νάχε δυο παιδιά κι ένα σπιτάκι που συγύριζε μονάχη της, αλλά το βασίλειό της ήταν το σχολείο μας. Σήκωνε την σκούπα και την σφουγγαρίστρα από τη μια σαν παντιέρα κι απ’ την άλλη το φαράσι σαν σημαία της επικυριαρχίας της. Καθημερινά φρόντιζε όλους τους χώρους και τα καλοκαίρια πριν το ξεκίνημα έπλενε τους τοίχους του σχολείου λες κι ήταν αίθουσα θεάτρου. Ακόμη και τα σοβατεπιά άστραφταν! Ο Δήμος γλύτωνε ένα σωρό λεφτά που μπορούσε να τα «ρίξει» σε άλλα ..έργα παρά στο βάψιμο του σχολείου. Της χρώσταγε χάρη, το δίχως άλλο. Το φόρτε της όμως ήταν η αυλή που την ..γυάλιζε λες κι ήταν σάλα χορού. Από το πρωί έως την λήξη του ωραρίου μας, εκτελούσε συχνά και χρέη φύλακα ή εφημέριου στην έγνοια της μην και οι μαθητές χαλάσουν αυτό που έφιαξε. Έτσι, συχνά κυνήγαγε τα παιδιά όταν τα έβλεπε να αθετούν τις προσταγές της και κυρίως παραπονιόταν στον Διευθυντή. Γιατί η Βαγγελιώ παραπονιόταν και πολύ μάλιστα για να ακούσει και να δρέψει συχαρίκια για την δουλειά της. Ωστόσο, το άξιζε. Και το άξιζε πιο πολύ όταν έκοβε την Άνοιξη λουλούδια από την αυλή της να στολίσει τα βάζα στην αίθουσα μας και το γραφείο του Διευθυντή. Τότε ήταν που τα ξεχνάγαμε όλα, γιατί.. παράπονα βρίσκαμε να έχουμε. Μας αγρίευε βλέπεις τους μαθητές και μας περιόριζε. Αν ήταν δυνατόν να κρατηθεί το σχολείο ανέγγιχτο στις ώρες λειτουργίας του! Μα, σαν βλέπαμε τα λουλούδια, λουλούδιαζε κι εμάς το χαμόγελο στα χείλη. Ευχαριστιόμασταν και το δείχναμε. Κι εκείνη καμάρωνε σαν κομμάτι μας.

Η Βαγγελιώ ωστόσο, δεν περιοριζόταν στα δημόσια δικά μας και του Διευθυντή συχαρίκια. Φρόντιζε τον εαυτό της όπως το σπίτι και το σχολείο μας. Τελευταία, κάθε που τα μεσημέρια τέλειωνε τη δουλειά, επιβράβευε τον κόπο της με μια δυο μικρές γουλιές από ‘κείνη την κυπριακή τσικουδιά που είχε φέρει για τον Σύλλογο η συνάδελφος. Το κατέβασμα της στάθμης του ποτού, από την στιγμή που έγινε αντιληπτό, αποτέλεσε σημείο προβληματισμού και στησίματος σεναρίων για πολύ καιρό. Μέχρι που κοιταζόμασταν με δυσπιστία κάποιες φορές έως ότου ήρθε η ώρα που συνταξιοδοτήθηκε η Βαγγελιώ κι η στάθμη σταθεροποιήθηκε! Βλέπεις η ζωή είναι στυφή σαν είσαι μονάχη κι ας έχεις βασίλειο. Χρειάζεται κάτι δυνατό να την σπρώχνει καθημερινά πιο κάτω…

Η Κωνσταντίνα έχει μια μελαχροινή αλογοουρά, ένα κορμάκι 24 δυνάμεων να το κρατάνε ορθό και περήφανο καθώς διαφεντεύει τον χώρο της και δυο μαύρα μάτια που φυλάνε την έγνοια του πατέρα της και της, ας πούμε, άρρωστης αδελφής της. Σηκώνει την σκούπα και το φαράσι σα παιχνίδια και γελά με τα παιδιά φοβερίζοντας τα με δαύτα. Κι εκείνα γελάνε και τρέχουν χαρούμενα παίζοντας εδώ και κει και μερικά θαυμάζοντας το κορμάκι των 24, θεμιτό, κι άλλα δείχνοντάς της την εμπιστοσύνη που θα είχαν σε φίλη τους.

Η Κωνσταντίνα έχει την θέση της επι συμβάσει καθαρίστριας του σχολείου λίγο μετά που έφυγε η Βαγγελιώ για το νησί με την σύνταξη της να την συνοδεύει. Ωρομίσθια. Ώρες εργασίας, κι επομένως πληρωμής, 4, για ένα σχολείο που θα μπορούσε να εξυπηρετήσει 13 τμήματα τάξεων με ξεχωριστές αίθουσες τελετών, Μουσικής κι εργαστηρίων Πληροφορικής και Φυσικών Επιστημών. Μαζί με αυτά, έχει και την δική μας απαιτητικότητα, επιτήρηση κι αποδοκιμασία, πράγματα που εκφράζονται δίχως η σκέψη κι η γνώση να προηγείται της διατύπωσης και που, έτσι κι αλλιώς είχε και τότε που την καθοδηγούσαμε στην γνώση. Γιατί, ναι όπως το φαντάστηκες, κάποτε ήταν μαθήτριά μας, όχι όμως πως αυτό σαν γεγονός καθοδηγεί ή ορίζει την συμπεριφορά μας. Κι ούτε που, αντίθετα, την περιορίζει. Η μικρή όμως δεν κολλάει. Ή έτσι δείχνει. Αντιμετωπίζει τις απαιτήσεις μας με βλέμμα καθαρό, έντιμο και σε απευθείας σύνδεση με το δικό μας. Άλλωστε, το σχολείο είναι η δουλειά της και το βασίλειό της, αν έχει δηλαδή σε αυτήν την ηλικία, είναι κάπου έξω. Εκεί που αναμετριούνται οι συνομήλικοι στα δικά τους. _






©Assimina

Σάββατο, Οκτώβριος 03, 2009

προ-εκ-λογικής εκμυστηρεύσεις



έξω βρέχει χωρίς θόρυβο
η ώρα είναι αυτή που εσύ συνήθως κοιμάσαι κι εγώ ξεκινώ τις δουλειές μου
γράφω με το φως αναμμένο
η έξαψη που συνήθως είχα για τις εκλογικές αναμετρήσεις, εξανεμίστηκε μαζί με την αγωνιστικότητά μου
φοβάμαι την κατάληξη μιας τέτοιας κατάστασης
είσαι ο μόνος που θα μπορούσε να με καταλάβει αν το συζητούσαμε και να με σπρώξει μπροστά ακόμη κι αν κινούμαστε σε διαφορετικά επίπεδα σε αντιλήψεις και πρακτική
πέρασα ένα χρόνο έξω από τα προβλήματα που ταλαιπωρούν τον κόσμο, καταφεύγοντας στο εσωτερικό μου
η περιττή δόση εσωστρέφειας με έχει διαλύσει
ζωγραφίζω
περισσότερο ζωγραφίζω από το να γράφω
κάθε φορά που σηκώνω το πινέλο σκέφτομαι την αντίθετη παρότρυνση σου και την αιτιολογία της
λένε πως γίνομαι καλύτερη
στις ζωγραφιές καλύτερη
μια μέρα θα στις στείλω να τις δεις κι εσύ
φοβάμαι
λίγο φοβάμαι
όσο μένω με τις σκέψεις μου.. τόσο διαρκεί ο φόβος μου
έπειτα, χρησιμοποιώ τις αναμνήσεις ως διεγερτικό και συνέρχομαι
παραμένω ίδια
στην αναγνώριση σκύβω από σεμνότητα
την αναζητώ και γεμίζω αμηχανία όταν την έχω
αρνούμαι τους χειρισμούς
μεγάλωσα
μεγάλωσα πολύ για να αλλάξω τρόπο να
ονειρεύομαι
άρχισε να φυσά
στην κίνηση των δέντρων αισθητοποιώ την προέλευση του ανέμου
ανατολικός
Περλ Μπάκ
θυμάσαι;
η λογοτεχνία στα ένθετα φτηνών περιοδικών
η εφημερίδα προσφέρει την βιογραφία του Κουν
σκηνοθεσία και ζωή
κάποτε τα πράγματα συντάσσονταν με διαφορετική από αυτήν, σειρά
μεγάλωσα
μεγάλωσα πολύ για να αλλάξω τρόπο να
βλέπω
λυπάμαι
ασφυκτιώ αγωνιώντας
θέλω το μέλλον νεαρό


(8:07πμ)





©Assimina