Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2019

Ο Βοϊδομάτης



Ο Βοϊδομάτης

«Αγάπη  μου! Τον βάτραχο θα τον βάλουμε στο ψυγείο.»
Κάθε πρώτο βράδυ της διαμονής μας σε ξένο τόπο, τακτοποιούμε τους άγνωστούς μας θορύβους εκτείνοντας τους στην πηγή που τους παράγει. Ένας τρόπος να μη φοβόμαστε.
Εκείνο όμως το βράδυ, στο δωμάτιο, ένας θόρυβος, σαν κρώξιμο βατράχου σε δυο  νότες, κρα – κράι ή κρα – κράου, επαναλαμβανόταν κόβοντας την ησυχία σε κανονικά δίωρα και μας τρόμαζε. Ο μόνος που δεν είχαμε τοποθετήσει. 

 «Αγάπη  μου! Τον βάτραχο θα τον βάλουμε στο ψυγείο.», είπα. Τότε, εκείνη άρχισε να γελάει. Γελούσε με ό,τι είχε. Πάντα γελούσε με ό,τι είχε• ακόμη και τα δόντια της. Και το γέλιο της, έτσι χαρισμένο, με σήκωνε, εμένα τον άντρα της, στους ουρανούς.
Τον άντρα της, εμένα, που, επειδή φοβόμουν, ανέπτυξα τη λογική και τη δεξιότητα να την κάνω να γελάει με ό,τι φοβόταν. Στην πραγματικότητα, εκείνη ήταν που έκανε και τους δυο μας να μη φοβόμαστε• δεν το ήξερε.
Το γέλιο που πότιζε τη λογική μου, χάθηκε όταν η γυναίκα έγινε πέτσα μου, μέσα κι έξω. Τότε μάλλον θα ήταν που, αυτή, η γυναίκα μου, η δική μου γυναίκα, τράπηκε σε αντικείμενο. Το δικό μου αντικείμενο. Ένα κάτι. Ένα διάφορο κάτι ανάμεσα σε τόσα άλλα δικά μου. Έπειτα, προχώρησα.

«Τι λες; Θα βρέξει απόψε;», ρωτάω. 
[...]




η συνέχεια, πατώντας στην εικόνα


© Assimina

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου