Τρίτη, 1 Μαΐου 2018

Ράιαν Μαρία Ρίλκε, ο νεκροθάφτης (*)


(απόσπασμα)


"-------------------Τα μάτια έμειναν ανοιχτά και α-
άνοιγαν συνέχεια, όταν κάποιος της τα έκλεινε, ό-
πως τα όστρακα που μέσα τους έχει πεθάνει ο έμ-
βιος οργανισμός. Κι ο άντρας, που δεν μπορούσε
ν’ αντέξει ότι τα μάτια που δεν έβλεπαν στέκο-
νταν ανοιχτά, έφερε από τον κήπο δυο όψιμα, σφι-
χτοκλεισμένα μπουμπούκια τριαντάφυλλων και
τ’ άφησε πάνω στις βλεφαρίδες σαν αντίβαρο. Από
κει και πέρα τα μάτια έμειναν κλειστά κι αυτός
κάθισε κι έβλεπε για πολλή ώρα το νεκρό πρό-
σωπο. Κι όσο περισσότερο το έβλεπε, τόσο πιο ξε-
κάθαρα αναγνώριζε ότι τα χαρακτηριστικά της
εκπέμπανε ακόμα σιγανά κύματα ζωής, που πά-
λι απομακρύνονταν σιγά σιγά. Θυμήθηκε με θλί-
ψη που κάποτε είχε κοιτάξει το πρόσωπό της σε
μια πολύ όμορφη στιγμή του, όταν ακόμα υπήρ-
χε ζωή σ’ αυτό, και ήξερε ότι αυτό ακριβώς ήταν
η ιερότερη μορφή ζωής, της οποίας όμως δεν εί-
χε γίνει έμπιστος αποδέκτης. Ο θάνατος δεν πή-
ρε αυτή τη ζωή από μέσα της. Παραπλανήθηκε
από την πληθώρα της ζωής που εμφανίστηκε στα
χαρακτηριστικά της. Αυτήν κατέστρεψε, ταυτό-
χρονα με το τρυφερό περίγραμμα του προσώπου
της. Αλλά η άλλη ζωή υπήρχε ακόμη μέσα της.
Μέχρι πριν από μια στιγμή ξεχείλιζε ως τα α-
σάλευτα χείλη της και τώρα υπαναχώρησε ξανά,
κύλησε σιγανά προς τα μέσα και συγκεντρώθηκε
κάπου πάνω από τη σπασμένη καρδιά της.
   »Κι ο άντρας που αγάπησε αυτή τη γυναίκα ά-
νευ όρων, όπως κι αυτή αυτόν, αυτός ο άντρας βίω-
σε μια λαχτάρα που δεν εκφράζεται με λόγια, να
κρατήσει στην κατοχή του αυτή τη ζωή που προϋ-
πάντησε ο θάνατος. Αυτός δεν ήταν ο μοναδικός
[...]

Ο άντρας κοίταξε προς τα εκεί με αγωνία. Όλα 
παρέμεναν ασάλευτα, αλλά ξαφνικά αποσπάστηκε 
το τριανταφυλλάκι πάνω από το αριστερό βλέφαρο.
Κι ο άντρας έβλεπε ότι και το τριαντάφυλλο πάνω 
από το δεξί μάτι μεγάλωσε και μεγάλωνε συνέχεια. 
Το πρόσωπο συνήθισε το θάνατο αλλά τα τριαντά-
φυλλα ανοίξανε όπως τα μάτια που κοιτούσαν μιαν 
άλλη ζωή. Κι όταν βράδιασε, όταν ήρθε το βράδυ 
εκείνης της βουβής μέρας, τότε μετέφερε ο άντρας 
με τρεμάμενο χέρι δύο μεγάλα τριαντάφυλλα στο 
παράθυρο. Σ’ αυτά τα τριαντάφυλλα που ταλαν-
τεύονταν από το βάρος, κουβαλούσε τη ζωή της, 
την απλόχερη αφθονία της ζωής της, την οποία ποτέ 
δεν είχε συλλάβει ούτε καν αυτός ο ίδιος.»

 
φωτο.: Δαυίδ Μπάκας


 (*) από τη συλλογή με τα μικρά πεζά του
εκδ. ΡΟΕΣ / ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
 



© Assimina

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου