Σάββατο, 7 Απριλίου 2018

Ο ξένος, Αλμπέρ Καμύ

  (αποσπάσματα)


Μέσα στα καλοστοιχισμένα κυπαρίσσια που οδηγούσαν στους πράσινους λόφους κοντά στον ουρανό, μέσα σε τούτη την κόκκινη και πράσινη γη, τούτα τα λιγοστά κι όμορφα σπίτια, καταλάβαινα τη μαμά. Στον τόπο αυτό, το βράδυ θα πρέπει να μοιάζει με μελαγχολική ανακωχή. Μα σήμερα ο πληθωρικός ήλιος, που έκανε το τοπίο να σκιρτά, το γέμιζε απανθρωπιά και κατάθλιψη.

Αυτό που με ενδιαφέρει τούτη τη στιγμή είναι να ξεφύγω απ’ το μηχανισμό, να μάθω αν υπάρχει διέξοδος από το αναπόφευκτο.

Τίποτα, τίποτα δεν είχε σημασία, και ήξερα πολύ καλά το γιατί. Κι εκείνος το ήξερε. Από τα βάθη του μέλλοντός μου, σ’ όλη τη διάρκεια της παράλογης ζωής που είχα ζήσει, μια σκοτεινή πνοή ανέβαινε προς το μέρος μου μέσ’ από τα χρόνια που ήταν να ’ρθουν, κι η πνοή αυτή ισοπέδωνε στο διάβα της όλα όσα μου πρότειναν στα εξίσου ανύπαρκτα χρόνια που ζούσα.

Για πρώτη φορά έπειτα από πολύ καιρό σκέφτηκα τη μαμά. Μου φάνηκε πως τώρα καταλάβαινα γιατί στο τέλος της ζωής της είχε διαλέξει έναν «αρραβωνιαστικό», γιατί είχε παίξει το παιχνίδι απ’ την αρχή. Εκεί πέρα, ακόμα κι εκεί, γύρω από το γηροκομείο όπου ζωές έσβηναν, το βράδυ έμοιαζε σαν μελαγχολική ανακωχή. Τόσο κοντά στο θάνατο η μαμά θα ’νιωσε λυτρωμένη κι έτοιμη να ζήσει απ’ την αρχή. Κανείς, κανείς δεν είχε το δικαίωμα να την κλάψει. Κι εγώ επίσης, ένοιωσα έτοιμος να ζήσω απ’ την αρχή. Θαρρείς και τούτη η τρομερή οργή με είχε εξαγνίσει απ’ το κακό, με είχε αδειάσει από ελπίδα, μπροστά σε τούτη τη νύχτα τη φορτωμένη σημάδια κι αστερισμούς άνοιγα την αγκαλιά μου για πρώτη φορά στην τρυφερή αδιαφορία του κόσμου. Έτσι καθώς τον ένοιωθα τόσο όμοιό μου, τόσο αδελφικό επιτέλους, αισθάνθηκα ότι ήμουν και είμαι ακόμα ευτυχισμένος. Για να συντελεστούν όλα, για να νιώσω λιγότερο μόνος, ένα μου μένει να ευχηθώ, να ’ρθουν πολλοί θεατές τη μέρα της εκτέλεσής μου και να με υποδεχτούν με κραυγές μίσους.



εκδ.: Καστανιώτη
μτφρ.: Νίκη Καρακίτσου-Ντουζέ κ΄ Μαρία Κασαμπάλογλου-Ρομπλέν 



© Assimina

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου