Τρίτη, 16 Ιανουαρίου 2018

Ρουθ, Κατερίνα Ζησάκη


 όταν ήμουν παιδί με έβαζαν να τραγουδάω τον Απτόητο. ήτοι έναν εκκλησιαστικό ύμνο που ουδεμιά σχέση είχε με ό,τι μπορούσε παιδί να σκεφτεί. λάβαρα και ρομφαίες ραπίσματα αφορισμοί. καμιά συγχώρεση παρά μόνο μετά από κλάμα κλάμα κλάμα πολύ. και τα ραπίσματα έγδερναν. οι αμαρτούντες έσερναν ένα κορμί σαν σάπιο στο χώμα. απειλητικές τιμωρίες στον ουρανό έστελναν όσους έσφαλαν κατευθείαν στα ρήγματα στη λάβα μέσα κι έπεφταν ουρλιάζοντας. εξαϋλώνονταν τα κορμιά τους τσιτσιριστά.

η υμνολογία τελείωνε με επικύψεις μετανοίας. το κεφάλι στο πάτωμα. το πάτωμα στο κεφάλι. κι έπρεπε οπωσδήποτε λίγα δάκρυα να κάνουν την εμφάνισή τους: δείγμα πως η υποφαινόμενη είχε λυτρωθεί από τον παρορμητικό κόσμο που εδράζονταν μέσα στο στήθος. δυνητικά φτερά αγγέλου υπόσχονταν ν' αντικαταστήσουν εκείνα της φαντασίας κι ο θάνατος θα ήταν το πρόσφορο έδαφος όπου κάθε ευτυχία ενδέχεται να πραγματωθεί. εδώ μην περιμένεις τίποτα παρά μονάχα πόνο.

την τελετή ακολουθούσε χειροφίλημα σ' όποιον βρίσκονταν εύκαιρος κραταιός γιατί μόνο από δυνατώτερο μπορεί κανείς να συγχωρεθεί. και αντιστέκονταν τα χείλη μου σ' αυτή την ιεραρχία. "κοίτα την τίποτα δεν έμαθε". εντέλει όλα έληγαν με τιμωρία κι αδιαφορία παγερή. μ' απειλούσε το σχήμα της εγκατάλειψης όλη μέρα. όμως τη νύχτα που μ' άφηναν ήσυχη: έψαχνα στα εκκλησιαστικά βιβλία να βρω την υποσχόμενη ανάταση που κάπου είχε παραπέσει και χαθεί.

τώρα όλα αυτά είναι πολύ μακριά. έμειναν μόνο ο πόνος η εγκατάλειψη η απειλή. κι η ανακούφιση εκείνης που κοιμήθηκε στα πόδια του εραστή της: η ιστορία της Ρουθ η γλυκερή.

© Assimina

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου