Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017

Τα Σονέτα, William Shakespeare



29.

Όταν η Τύχη κι οι άνθρωποι με μίσος με κοιτούνε,
Τότε ολομόναχος θρηνώ που εξόριστος πλανιέμαι•
Μάταιες κραυγές μου τον κουφό τον ουρανό, ενοχλούνε,
Τον εαυτό μου αναμετρώ, τη μοίρα καταριέμαι.
Να ’χα κι εγώ πιο πλούσιες ελπίδες στη ζωή,
Να είχα εκείνου τη μορφή, του άλλου τις φιλίες,
Να είχα και την τέχνη του και την επιρροή!
Κάθε ηδονή μού παίρνουνε αυτές οι επιθυμίες.
Με τέτοιες σκέψεις τον εαυτό μου έχω αηδιάσει.
Μα αν σε σκεφτώ, ξάφνου η ζωή σαν να ’ναι πάλι φίλη•
Και σαν κορυδαλλός που ευθύς πετά μόλις χαράξει
Ψάλλει ύμνους μακριά απ’ τη γη στην επουράνια πύλη.
Τέτοιος πλούτος του έρωτά σου η σκέψη είναι, που πλέον
Δεν θ’ άλλαζα τη μοίρα μου μ’ αυτή των βασιλέων.



Τα Σονέτα, William Shakespeare
εισαγωγή-μετάφραση: Λένια Ζαφειροπούλου
εκδ. Gutenberg


29.

When, in disgrace with fortune and men's eyes,
I all alone beweep my outcast state
And trouble deal heaven with my bootless cries
And look upon myself and curse my fate,
Wishing me like to one more rich in hope,
Featured like him, like him with friends possess'd,
Desiring this man's art and that man's scope,
With what I most enjoy contented least;
Yet in these thoughts myself almost despising,
Haply I think on thee, and then my state,
Like to the lark at break of day arising
From sullen earth, sings hymns at heaven's gate;
For thy sweet love remember'd such wealth brings
That then I scorn to change my state with kings.


© Assimina © Assimina

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου