Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2016

Κερένια κούκλα, Κων. Χριστομάνος




 Τι φωνή ηδονής και φρίκης ήτον αυτή πούσχισε τον ήσυχο αθέρα! . . .
Ίσαμε πού νακούστηκε! . . .
Και γιατί νακουστή, αφού πνίγηκε μες τα φιλιά που αιμάτωσαν τα χείλια σαν τις ανεμώνες; Και βούιζαν οι μέλισσες πεσμένες απάνω στα ανθισμένα χιόνια σα νάταν τα δέντρα όλα μαζί μια θεόρατη κυψέλη . . κ’ έσμιγαν οι μυγδαλιές τανθόφυλλά τους, τα διάφανα σαν από μετάξι, τόσο κοντά τόνα μες τάλλο που έκαναν έναν πηχτόν τοίχο πιο αδιαπέραστο κι απ' των φρουρίων την πέτρα για την ευδαιμονία των ανθρώπων. . και το μύρο των ανθών είχε μεθύσει τον αέρα και τον κρατούσε σε μια νάρκη, ασάλευτο σαν κάποιο χαμόγελο απάνω στο λαχταριστό στόμα μιας παρθένας κοιμισμένης. . .
Μια ξαφνική ανατριχίλα πέρασε πάνω απ' τάσπρα λουλούδια — τρομάρα ή αναγάλλιασμα;. .


© Assimina

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου