Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2015

οι μέρες του Σεπτέμβρη



Marguerite_Gachet_in_the_garden Van Gogh




Αγαπημένε Πέρσυ,
Γλυκύς φθινοπωριάτικος άνεμος φυσά έξω από τα παράθυρά μου, χαϊδεύει τις λεύκες και τα καλάμια του φράχτη και φέρνει στο νού αναμνήσεις των ημερών του Σεπτέμβρη που περάσαμε μαζί στον τόπο σας· τις οξιές, τις ιτιές και τις καλαμιές στις όχθες του Warno να γέρνουν βαριές από τα νερά που οι κορμοί τους έχουν πιεί σα γυναίκες που σηκώνουν το βάρος καλαθιών γεμάτων από ασημοπράσινα ρούχα να πλυθούν στα νερά του ποταμού· τον άνεμο δειλό στις πρώτες ώρες του φθινοπώρου, τα μισά φεγγάρια, την ατολμία της φύσης.
Κρατώ καλά στο μυαλό μου τις εικόνες του δικού σας φθινοπώρου και τις μπερδεύω κεντώντας το δρόμο που μας φέρνει κοντά μέσα απο την απόσταση που μας χωρίζει πια.
Χθές, στον περίπατο μου δίπλα στο ποτάμι παρατήρησα τα πρώτα άνθη στις όχθες του· ασθενικά χαμομήλια, ευαίσθητα κυκλάμινα, άλλα που την ονομασία τους δεν γνωρίζω, εκείνα που μοιάζουν στα σκυλάκια του αγρού και τ’ άλλα τα μωβ· τσαμπιά που λέγαμε πως βγάζουν το σταφύλι· μαργαρίτες σ' ένα ξανθό κίτρινο, στάχυα, λιβαδόχορτα, νεαρές μέλισσες και κάτι παράξενα μυγάκια από άνθος σε άνθος αναποφάσιστα από που θ' αντλήσουν -Θέ μου, ομορφιά και τούτη στον ξένο τόπο...
Τα δέντρα μοιάζουν να ξεδιπλώνονται στον αναιδή νεαρό ήλιο του δικού μας φθινοπώρου, εδώ, σ’ αυτή τη χώρα μακριά από σας.
Ανταύγιες φωτός ρόδινες και σμαραγδένιες πράσινες λούζονται στα νερά του μαζί με τις σκιές των δέντρων· οι σκεπές των σπιτιών πλυμένες από το χιόνι του καλοκαιριού λαμπυρίζουν κάτω από το αχνό μπλε του ουρανού εμποδισμένο από παχιά λευκά νέφη που ο άνεμος σύντομα διαλύει.
Σήμερα πρόσεξα την πρώτη πεταλούδα.
Πέταγε κινώντας τα ντελικάτα φτερά της σα χέρια μπαλαρίνας στους λεπτούς ήχους μιας συνοδείας βιολιών πάνω από τα νεαρά φυτώρια του κήπου μου.
Ευαίσθητες βιολέτες σε δυο τόνους του μωβ· μαργαρίτες φυτώριου· νεραγκούλες σε όλα τα χρώματα της χαράς και στην άκρη τριανταφυλλιές που μόλις αρχίζουν να ανοίγουν τα άνθη τους στο χώρο σα βλέφαρα βαριά από ύπνο.
Ο καιρός ακόμη είναι λιγάκι ψυχρός και τα βράδια που βγαίνω στρέφοντας το βλέμμα μου να σας συναντήσω στις σκιές των άστρων στο στερέωμα, χρειάζεται να ρίξω στους ώμους μου μια λεπτή σάρπα. Θυμόσαστε; εκείνη την υπόλευκη που συχνά μαζεύατε από κάτω όταν τρέχαμε στους δρόμους της δικής σας πόλης να ξεφύγουμε από τα θέματα που μας κρατούσαν άκεφους.
Αν είμαι τυχερή ένα χλωμό φεγγάρι με δένει μαζί σας καθώς το κοιτώ μέσα από τα τσίνορά μου όπως αυτό ταξιδεύει στο θολωτό του ουρανού μου.
Γελώ όπως σας γράφω.
Έχετε αλήθεια συνειδητοποιήσει πως πλέον ακόμη κι οι εποχές μας είναι όπως τα πρόσωπά μας στον καθρέφτη;
Το αριστερό σας χέρι πλησιάζει το αριστερό σας μάγουλο όταν στην πραγματικότητα αυτά όλα δεν είναι παρά η δεξιά πλευρά ενός ανθρώπου και των αντικειμένων εμπρός του.
Αν ο χειμώνας φυσήξει στον δικό μου μέσα από τον καθρέφτη σας, θα εκπλαγεί να δει την παγωμένη του ανάσα σαν πάχνη από ζέστα στο γυαλί του.
Έχετε σκεφτεί άραγε κύριε πως ο δικός σας νότος είναι ο δικός μας βορράς;

Αγαπημένε Κύριε, μου λείπετε.
Μακριά σας αναγκάζομαι μόνη να βάζω λεπτομέρειες στα τοπία, τα χρώματα, τις εποχές· ακόμη και τα συναισθήματα.
Πάει καιρός που νοιώθω τη νοσταλγία να τρώει τις αισθήσεις μου, να καταληστεύει τη διάθεση  μου και να μ' αφήνει ακίνητη σε όποια αλλαγή ή συμβάν.
Αναπολώ το φθινόπωρο του τόπου σας.
Με τα δέντρα αναποφάσιστα στην αλλαγή και τα φύλλα τους πράσινα ακόμη και μόνο ορισμένα ηττοπαθή νάχουν παραδώσει το σώμα τους στην παλέτα τη φθινο-πωρινή και να προβάλλουν χάλκινα κίτρινα ή πράσινα κεντημένα στ' άκρα τους με λίγο κίτρινο ανάμεσα στα άλλα επαναστατημένα.
Εκείνο το γεφυράκι του ποταμού Κάθριν ενώνοντας τις δυο πλευρές της πόλης μού θύμισε τη δική σας γέφυρα στον ποταμό Βάρνο που πάνω της λαχάνιαζαν οι άμαξες από την προσπάθεια των αλόγων να επιταχύνουν.
Πόσο ήθελα τότε να χαϊδέψω την πλάτη τους· ιδρωμένη, πονεμένη, κουρασμένη από το βάρος του μαστίγιου του οδηγού τους και το άχθος της καρότσας.
Συχνά έπιανα τον εαυτό μου να ψιθυρίζει στα άλογα.
Τότε εσείς μου πιάνατε το χέρι και μου λέγατε: δεν είναι παρά ζώα προορισμένα γι αυτό.
Εγώ διαφωνούσα και πείσμωνα διεκδικώντας την διάθεση τους στην ελευθερία πιο πολύ κι απ' των ανθρώπων αφού εκείνοι ήταν ήδη ανελεύθεροι μέσα στις κοινωνίες τους όταν πια άρχισαν να χρησιμοποιούν τα ζώα αυτά με ζυγό για τις ανάγκες τους·
ας είναι! δεν έχω πολύ μελάνι στο δοχείο· σε λίγο θα γράφω αόρατα! το πιστεύετε αυτό; να γράφω αόρατα... 
Μια μέρα θα περάσω απέναντι και θα σας γράψω.
αλήθεια! Εγκατεστημένη σ' αυτή την πλευρά της  πόλης δεν έχω ποτέ επιχειρήσει να περάσω απέναντι.
Εσείς; μα τι λέω! κινείστε συνεχώς. Έτσι που καμιά πλευρά να μη σας ανήκει. Τι ελευθερία! Τι ελευθερία Χριστέ μου!

Αγαπημένε, μόνο να σας είχα εδώ δίπλα ή απέναντί μου να μοιραζόμαστε τις αλλαγές στα χρώματα της φύσης που με φιλοξενεί από τότε που η ανάγκη με έκανε να μετακομίσω στο βορρά αυτής της νέας ηπείρου.
Θα θαυμάζατε και θα γαληνεύατε μαζί μου.
Όμως… εσείς; που βρίσκεστε; τι κάνετε; ήσαστε άραγε απασχολημένος ακόμη μ' εκείνο το έργο που έτρωγε τις νύχτες σας κι αχόρταγο ακόμη δάγκωνε κι ένα κομμάτι της ημέρας σας;
Λαχταρώ να μάθω νέα σας.
Γράψτε μου όσο πιο γρήγορα μπορείτε.
Ο καιρός περνά αργά κι η απόσταση τον μακραίνει…

σας φιλώ αγαπημένε…

Ελοίζ





-δημοσιεύτηκε στις 15 Οκτώβρη sto e-περιοδικό tobiblio.net-

©Assimina

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου