Σάββατο, 8 Αυγούστου 2015

Η άπιαστη πραγματικότητα, Πιερ Ρεβερντύ





Περπατούσε στο μέσο του ουρανού με τα μάτια χαμηλωμένα κι οι άλλοι διαβατι-
κοί τον κοίταξαν. Λίγοι πιο κάτω στα παράθυρα, τα κεφάλια κρέμονταν. Και τα λευκά σχήματα που η σελήνη είχε αφήσει την περασμένη νύχτα ζωήρεψαν. Το πλήθος φώναζε – τουλάχιστον όλοι εκείνοι που είχαν μεταξύ τους αναγνωριστεί – Κουβαλούσαν τη μέρα κομμάτια κομμάτια, σ’ όλους τους δρόμους της πόλης. Και
τα μαλλιά του ανέμου ανακατωμένα με το κύμα των ανθρώπων και των αμαξιών, εισχωρούσαν ανάμεσα απ’ τους τοίχους και κομποδένονταν. Όλοι τους τρέχαν δί-
χως να ξέρουν προς τα πού. Τα λιθόστρωτα συγκρατούσαν τα βλέμματα. Τη γη. Η μέρα έμπαινε κάποτε χωρίς να ξαναβγαίνει. Η κίνηση απλωνόταν ως τους λάκκους που τριγύριζαν τα τελευταία σπίτια. Και πέρα απ’ αυτά ξανάβρισκε κανείς το επίπε-
δο έδαφος. Τη γαλήνη. Σκιές ακίνητες. Και ο ήλιος ξανάπαιρνε παντού τη θέση του χωρίς να μπορεί κανείς να τον αγγίξει, ούτε να τον πάρει, αν του ’κανε γούστο.

από τη συλλογή:
«Ξένη Ποίηση του 20ου Αιώνα» - Μαρία Λαϊνά
επιλογή από ελληνικές μεταφράσεις
εκδ Λωτός

μτφρ. Μελισσάνθη







(στάλθηκαν στην Bibliotheque όπου και δημοσιεύτηκαν)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου