Πέμπτη, 7 Μαρτίου 2013

ο Αύγουστος που το δέντρο δεν είχε σκιά

η συμμετοχή μου στον διαγωνισμό διηγήματος "ΛόγωΤέχνης " .
 
 
 η εικόνα απο το: http://weheartit.com/entry/31675920
 
 
Μια σκλήθρα φωτιάς το τσιγάρο μου κι άλλη μια η υποψία από φως ημέρας στον χαμηλό ορίζοντα ανατολικά. Η νύχτα λύνει κάβους. Ένα σμάρι σπουργίτες επιχειρούν επίθεση σαν κοπέλες που έχουν την παρθενιά εκτός από το σώμα, στη συναναστροφή. Πτήσεις άτακτες. Γέλια και στροφές. Να αγγίζονται και να χαχανίζουν οπισθοχωρώντας. Τσιμπολογήματα στις φτερούγες κι έπειτα βουτιά να πιουν γουλίτσες νερό στη γειτονική πλύστρα που ‘φτιαξαν οι άνθρωποι για να νηστεύουν θάλασσα και λίμνη. Τη σκηνή τραγούδησε ένας τζίτζικας, δειλά για αρχή κι οι υπόλοιποι σαν αντηχείο καμπύλωσαν την απόσταση μέχρι τη βάση στ’ ακρωτήρι. Σαν από μίμηση, προσποίηση πτήσης σπουργιτών ή εντεταλμένη υπηρεσία, δεν ξέρω, δυο F16 μπήκαν στο διάδρομο απογείωσης με τις μηχανές να βρυχώνται. Το ρολόι έδειχνε ώρα ξημέρωμα παρά κάτι κι η απογείωση έγινε μέσα σε θόρυβο και ορυμαγδό, ώρα ασυνήθιστη για τα δεδομένα των τυπικών πτήσεων. Τα μαχητικά σκίσανε τον αέρα και τη νύχτα που αποχωρούσε ετοιμόρροπη από τη ζέστη. Δυο τοίχους αριστερά μου, ένα μωρό έμπηξε τα κλάματα και τα δόντια του στο βυζί της μάνας από φόβο. Το γάλα πάγωσε στο στήθος της και μια γάτα πρωινή, νιαούρισε τρομαγμένη. Στο διπλανό διαμέρισμα, οι ανάσες του ύπνου δήλωσαν ανακωχή όσο στον Καλαθά πιο κάτω, ένας μπάτης ήσυχος, στάθηκε ανακούρκουδα στη θέα και τ’ άκουσμα των αεροπλάνων. Η άμμος μαζεύτηκε σε βουναλάκια που δεν ήταν των παιδιών παιχνίδι κι ο ήλιος χασμουρήθηκε κάνοντας να παίξει κρυφτό μ’ ένα σύννεφο αδύναμο, γι αντιπερισπασμό. Μάταια. Παιδιά και μεγάλοι, στην άλλη ήπειρο, είδαν στα όνειρά τους φτερούγες αρπαχτικών. Να εξηγήσουν δεν μπορούσαν. Προς στιγμήν. Μετανάστευσε ο λεπτοδείκτης λίγες στιγμές πιο πέρα κι η εικόνα ξεθώριασε μέσα στο φως της μέρας που ξεκινούσε τα τυπικά της πλέον. Ένας εκσκαφέας άδειαζε το χώμα από το χωράφι παραπάνω. Οικοδομικές εργασίες σαν πράξη αποδόμησης του παλαιού στο περιβάλλον. Βράχοι που γίνονται πέτρες για πεζούλια, ελιές που δίνουν το τόπο τους σε καλλωπιστικά φυτά φυτωρίων. Πολυτελείς κατοικίες εκεί όπου είχαν τ’ αλισβερίσι τους γεννήματα της φύσης. Άγρια κι άλλα ήμερα. Παπαρούνες κι αγκάθια. Σφίγγες και φίδια. Σαρανταποδαρούσες. Σκορπιοί και πεταλούδες. Μάραθος κι άγριο τσάι. Μέντα. Η ησυχία κι η μυρωδιά της. Ανάσανε κι η νύφη γυρνώντας το πλευρό, χιλιόμετρα παρακάτω, στο νότιο άξονα απ’ τη μεριά του ήλιου κι ο Πεχλιβάνης σκούπισε τον ιδρώτα στο μέτωπο του ύπνου της. Πρόγαμος σημείωνε το ημερολόγιο και τα τραγούδια σκέπαζαν των μαχητικών τη βοή. Η μάνα τα πρωτεία κι ο πατέρας στη χαρά. Έλειπε η γιαγιά απ’ την εικόνα κι παππούς θα σήκωνε το βάρος του εθίμου, μόνος . Σούρουπο και τα πράγματα έμπαιναν στη σειρά. Οι πρώτοι μεζέδες. Συχαρίκια. Συστάσεις. Γνωριμίες. Άνθρωποι μεταξύ τους ξένοι να δέσουν τις συνήθειες, τις ανάσες και τα βλέμματα τους. Κουβέντες αναγνωριστικές να δώσουν χώρο στην οικειότητα, ανακουφισμένοι. Δυο βασιλικά στις γλάστρες έπιασαν τη κουβέντα με τ’ αεράκι. Απλώθηκε ευλογία στα γύρω. Γελάστηκε και το φεγγάρι, παραμέρισε δυο κλαδάκια από αλμυρίκι και ξεστράτισε στον ορίζοντα. Γέλια στο δωμάτιο των κοριτσιών. Πειράγματα και συμβουλές. Υπονοούμενα. Ετοιμασίες γυναικών κι η νύφη ν’ αστραποβολεί σαν ασημικό μόλις γυαλισμένο. Η ευτυχία. Ο γαμπρός στα άσπρα. Μοιράζει την αγωνία του σε δυο ποτηριών τη τσικουδιά. Κουβέντες και μια λύρα βραχνή να μετρά τη χαρά, τη προσμονή και την αγάπη. Ο έρωτας μετρήθηκε με ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στο προσκεφάλι του μεσημεριανού ύπνου της νύφης κι άλλο ένα πάνω στο κουτί με τα νυφιάτικα. Η λύρα έδωσε ήχο βαθύ και το βράδυ γέμισε με την όμορφη κι ευγενική θωριά της νύφης και το χαμόγελο της. Δώσαν’ οι χοροί κι οι άνθρωποι στο γλέντι τη ψυχή τους κι όπως η ώρα το απαιτούσε και τα έθιμα το ίδιο, ο μεγαλύτερος, που ήταν ο παππούς, ξεκίνησε το χορό. Στη κεφαλή του κι από πίσω συγγενείς και συγχωριανοί μέχρι να καλέσει τη νύφη. Κι όπως εκείνη στάθηκε πρώτη, άρχισε το χώμα να χτυπά κι έπειτα τον αέρα με βήματα πυκνά κι αργά στην αρχή κι ύστερα πιο έντονα. Πόδια γυμνά. Μαλεβιζιώτης. Κάθε της βήμα να θωρείς πώς αποζητούσε παράδοση και τα σύγχρονα να ενώσει. Ήρθε κι ή ώρα του γαμπρού κι όπως έστησαν κρασοπότηρο στη μέση του χορού οι φίλοι, εκείνος σηκώθηκε και σήκωσε μαζί του τη γης ολόκληρη σαν άνοιξε φτερούγες αετού τα χέρια του, τη ζωή τους όλη ν’ αγκαλιάσει. Ζεϊμπέκικος κι η λύρα σιώπησε. Στην άλλη άκρη του νησιού, πριν ακόμη πέσει το σούρουπο, Αύγουστος κι η νύχτα ξεχνιέται στα παιχνίδια της, σε πτήση υπεροχής, ένα σμάρι χελιδόνια πέταξαν τακτοποιημένα πάνω από τη γούρνα που έφτιαξαν οι άνθρωποι για να νηστεύουν θάλασσα και λίμνη, πέρα, στον βόρειο-ανατολικό άξονα, δίπλα στ’ ακρωτήρι. Σχηματισμοί γεωμετρικοί, ευγένεια, ρυθμός. Τα φτερά τους σπάθισαν τον αέρα με συμμετρία. Στ’ αφτιά μου ο βρυχηθμός των μαχητικών και στο διπλανό σπίτι, το μωρό ανήσυχο στη κούνια του. Η γάτα μάζεψε τα μικρά της κι η θάλασσα ξεψυχούσε στο στρίφωμα της ακτής. ….. Αγαπημένε μου, θέλησες να μάθεις πως ήταν ο δικός μου Αύγουστος. Έτσι! Ένας Αύγουστος που το δέντρο δεν είχε σκιά κι η σελίδα γράφτηκε για να χωρέσει συνακόλουθους βιασμούς κι ένα γάμο σαν υπόσχεση στη συνέχεια . Από ανάγκη δε να πιστοποιήσω την αλήθεια των γεγονότων, σου δίνω τόπο και χρόνο.

Μπυρολίκια Κουνουπιδιανά Ακρωτήρι Χανιά Αύγουστος, 2011
ΛόγωΤέχνης 



δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Bibliotheque
©Assimina

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου