Δευτέρα, 19 Ιουνίου 2006

χρόνος θάνατος


αναμεσα τους κρυβοταν
σε στρατιωτακια σπασμενα
κουκλες χαλασμενες
κουκλοσπιτα ριμαγμενα
- παιχνιδι τον καναμε
γελουσαμε -

ο χρονος εγραφε 6 το πολυ 8


φανερωθηκε μεσα απο σελιδες
σαν πραξη ηρωϊσμου ή κι ολιγοψυχιας
καταληξη αρρωστιας
αποδειξη αγαπης
ερωτα παραπονο
- ελληνικη και κυριως, ξενη λογοτεχνια
κινηματογραφος
θεατρο -

ο χρονος εκλεινε τα 14 του


μπηκε απ' τη πορτα
την ωρα που ημουν σχολειο
κι οι υπολοιποι στη δουλεια
αναμετρηθηκε με οτι βρηκε
ημερες 3
τη τέταρτη -κι ηταν Τεταρτη- νικητης βγηκε
το υπογειο, κρυο
δυο στροφες, αγαπημενου τραγουδιου, εβαψαν στο ασπρο
την εκτελεση επιθυμιας

ημουν 15
ειχα θαρρος


αλλοτε θηλυκος
αλλοτε αρσενικος
δεν μας ξεχνουσε

ο χρονος μετρουσε τα επομενα 7 του
(κι) ηταν φοιτητης και αλαζονας




βγηκε απο μια πορτα διπλης κατευθυνσης,
μ' ενα τεραστιο ασπροκοκκινο: "απαγορευεται η εισοδος",
να θετει ορια σε χρηστες του χωρου και μη

ειχε γκριματσα στο προσωπο
μιαν αμηχανη εκφραση
και μια κινηση τελεσιδικη στα χερια
φορουσε πρασινα κι απαξιωνε την αλαζονια

καπου τρυπωσε σαν ενοχη και παραιτηση
αλλου σαν αυτοκυριαρχια

ο χρονος απαριθμουσε 27 καλοκαιρια
κι η μερα ηταν Τεταρτη, ενος χειμωνα
που λιαζοταν στη πολη σαν ανοιξη...




ξεγελασαμε το χρονο
παιδια γεννησαμε
γελια
γελια πριν τις εννοιες
εννοιες που ξεθωριαζαν στις καινουργιες, τις αγνωστες, μπροστα
και παλι γελια
μετατοπισαμε τη νεα επαφη

ηταν 31 κι επειτα 36
(κι) εμοιαζε με παιδι




μορφη γυναικεια πηρετον ειχα στην αγκαλια μου
τον χαϊδευα

σε σημεια αγαπημενα
χαλαρωνε, μου ειχε πει
κατ' απ' τ' αφτι
το ενα χερι
τ' αλλο, με τη χουφτα του να ζεσταινει τ' αλλο χερι
αγκαλια
ζεστη
τρυφερη
τον ειχα αγκαλια και δε καταλαβα
σαν υπνος συστηθηκε
μονο, στην ανασα τη διαφορα εγραψε
μια -
βαθεια -
κι η αλλη;
αργησε -
ηρθε ομως...
ξεγελαστηκα
(η σειρα μου βλεπεις)
η επομενη;
δεν ηρθε ποτε --
ηξερα

καταλαβα
ζητησα βοηθεια
γιατι;

καποια ειπε: ευλογια στην αγκαλια σου ο θανατος γονιου
αλλοι δεν αντεξαν
η ζωη ντυθηκε την αυτοκυριαρχια της
και ξεσπουσε μονη

του Ιουνη 19
κι ο χρονος θα εκλεινε τα 38 του σε μερικους μηνες




καποτε ντυμενος γυναικα κι αλλοτε αντρας
εσερνε τα βηματα του πλαι μας
καποια φορα εβαλε πρασινο στα ματια του,
ενα υφος παραδοχης και βαφτιστηκε Γιαννης
η ζωη του συναντησε τη δικη μου στα 15 του
ημουν 23 κι ειχα ονειρα
τ' ονομα μου, της Παναγιας εμοιαζε, στο στομα του
τα ματια του, στα δικα μου αγγιστρωμενα,
αναζητουσαν -
την ελπιδα, στο αναποφευκτο ακυρωση να υπαρξη...
τα ματια μου, στα δικα του βυθισμενα
διαβαζαν -
τη παραδοχη της εκπνοης...

ο χρονος του εκλεινε τα 32
ο δικος μου τα 40
κι ηταν ηδη γερος





καλοκαιρι και ντυθηκε αντρας
κρατουσε βιολοντσελο
με τη σαγηνη της μουσικης να ξεγελα
το ονομα του, Γιαννης και παλι
στα νερα της θαλασσας μαζι του βαφτιστηκε
χαρισε λιγο χρονο για παιχνιδι
στεγνωσε στον ηλιο
χαθηκε στης αμμου το γιεμισμα

ο χρονος θα μετραγε τα 43 του φθινοπωρα
ο δικος του 35




θυμωσα
παντα ο θανατος με θυμωνει
ετουτη τη φορα, για πολυ
επειτα...
καταχωνιασα τ΄ονειρα στης εφηβειας το παρελθον
κρατησα πολυτιμες τις ελπιδες
εθεσα κι υπερακοντισα στοχους
αποστασιοποιηθηκα ρολους
αλλαξα -




ο χρονος ντυμενος τα 46 του
σημειωνει το ονομα του μ' αρχικα
και καταγραφει:

"συμβολαιο η ζωη
κι ο θανατος η λυση του" 3*1*05

"η συνειδητοποιηση της απωλειας ειναι που τον πονο φερνει. στην αρχη, ειναι θυμος... ο θυμος φερνει αμηχανια! ο πονος ειναι που φερνει το δακρυ! κι αυτο, με τη σειρα του, λυτρωμο..." 5*1*05

α.λ.

κι εξακολουθει, σαν πρωτο, να θυμωνει...
στο θανατο να θυμωνει...



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου