φωτογραφία: John D. Karnessiotis
[επειδή κάθε φωτογραφία έχει κάτι να πει..]
Στο χωριό της, τα περισσότερα κορίτσια τα βαφτίζανε Λένγκω κι όχι Μαρία. Θέλανε, λέω, να ξορκίσουν τη στωικότητα της Παναγιάς και τα βάσανά της.
Μεγάλωνε τούτη η Λένγκω της ιστορίας όπως όλα τα παιδιά στο χωριό. Με τα πρέπει και τη τάξη της κοινωνίας. Ήρθε και λουλούδιασε κάποτε, σαν έφτασε η ώρα της. Τότε ήταν που δασκαλεύτηκε από τη μάνα της στις δουλειές του σπιτιού κι εκείνες τις άλλες που κάνουν τις γυναίκες Δέσποινες στο σπίτι τους.
Ρόδισαν τα μάγουλα της Λένγκω και το βλέμμα της απόκτησε εκείνο το ύφος που έχουν όλα τα κορίτσια σαν στην εικόνα προστεθεί η άγνοια κι η περιέργεια. Καταπιανόταν όμως με τις δουλειές του σπιτιού σαν μεγάλη. Αυτό που περισσότερο της άρεσε ήταν η μπουγάδα και το άπλωμα. Ίσως που δρόσιζε τους καρπούς και μαζί τον κόρφο της κρυφά.
Έπιανε που λες τα ρούχα και τα κοπανούσε στη σκάφη, τα γύριζε, τα έστυβε και σιγοτραγουδούσε. Έπειτα, έπαιρνε ένα καθαρό μικρό πανάκι και πέρναγε το σύρμα να το καθαρίσει από το χώμα κι ότι άλλο καθόταν πάνω του ανάμεσα στις δυο μπουγάδες της. Είχε το χωριό βλέπεις κι ένα σωρό πουλιά και περιστέρια που πιάνονταν στα τραγούδια πάνω στα σύρματα και με τα τιτιβίσματα και τους έρωτες, λερώνανε τον τόπο όλο.
Άπλωνε κατόπιν τη μπουγάδα διπλώνοντας και ξεδιπλώνοντας το σώμα της πάνω απ’ το κοφίνι που έβαζε τα πλυμένα. Κι όπως στεκόταν για λίγο όρθια να μαγκώσει τα μανταλάκια πάνω στα ρούχα, το κορμί της ανέδιδε μια περηφάνια και μιαν αξιοπρέπεια άξια στο όνομά της. Θαρρείς τότε πως, μαζί με τη μπουγάδα, απλώνονταν κι αυτές στο σύρμα. Εδώ η περηφάνια ανάμεσα σε δυο ασπρόρουχα κεντημένα. Εκεί η αξιοπρέπεια κρυμμένη δίπλα στα σεντόνια
Μια μέρα που ο ήλιος ξημέρωνε σκάρτα, κάποιος, απ’ το χωριό είπαν, συγχωριανός πάει να πει, μόλεψε το κορίτσι. Μαντάτο και σημάδι που η κοινωνία του χωριού δεν σήκωνε. Το ίδιο κι η μικρή ψυχή της κυρίως για την απόγνωση και τη μομφή που γράφτηκε στα μάτια της μάνας της. Ξενιτεύτηκε τότε η Λένγκω. Δίχως να πάρει μαζί της τίποτε. Μόνο ξενιτεύτηκε.
Στη πόλη έπιασε ένα μικρό υπόγειο. Ένα δωμάτιο όλο κι όλο, ίσα που να μπορέσει μια στιγμή να πληρώνει το νοίκι και να της φτάνει να μένει. Θα πρέπει να ήταν καμιά μεγάλη γειτονιά όπως έκρινε κοιτώντας τα ..πατούμενα από το παραθυράκι του υπογείου της. Λουστρίνια τριζάτα τα περισσότερα. Της μόδας κι ακριβά.
Έφιαξε όπως όπως το μικρό νοικοκυριό της κι απέξω απ’ το παράθυρο κρέμασε μια σειρά σύρμα νάχει να απλώνει τη μπουγάδα της. Το παράθυρο το έβαψε ένα γαλάζιο του ουρανού και τον τοίχο πορτοκαλί όπως ο ήλιος που λαχταρούσε.
Σκάφη δεν είχε. Μόνο μια λεκάνη κι αυτή μισοσπασμένη. Έκανε όμως τη μπουγάδα της με την ίδια χαρά όπως στο χωριό της. Και τη σειρά, ίδια τη κρατούσε. Πριν κρεμάσει τα πλυμένα, περνούσε το σύρμα για να καθαρίσει μ’ ένα καθαρό πανάκι.
Σε μια τέτοια στιγμή τη πλησίασε από πίσω εκείνος ο άγνωστος. Άγνωστος. Αυτό είπε η γειτονιά και σιώπησε.
Η Λένγκω, γυναίκα πια, δεν είχε λόγο να ξενιτευτεί. Βλέπεις, η γειτονιά ήταν μεγάλη. Όχι όπως το χωριό της. Ούτε και που είχε δίπλα της εκείνο το βλέμμα της μάνας της. Έπειτα, τι στο καλό; Είχε μεστώσει και το μυαλό της πια. Ήξερε να διακρίνει το φταίχτη. Έμαθε και να συγχωρεί μετά που θύμωνε.
Συνέχισε τη ζωή της.
Μονάχα που, δεν έβγαζε τη μπουγάδα της στο δρόμο πλέον.
Το σύρμα οξειδώνονταν καταμόναχο στον αέρα δίχως τη περιποίησή της. Και πάνω του, τρία μανταλάκια. Το ένα για την περηφάνια της. Το άλλο για την αξιοπρέπειά της. Το τρίτο για τη συμπόνια της για έναν κόσμο που έμαθε πως το περισσότερο που έκανε είναι να βιάζει και να σιωπά. Να βιάζει και να σιωπά ._
©Assimina

10 σχόλια:
Ακριβοθώρητη, αλλά πάντα κείμενα ξεχωριστά!
έχω μείνει να κοιτάζω το άδειο σκοινί με τα 3 μανταλάκια, προσπαθώντας να ξεχωρίσω ποιο είναι της αξιοπρέπειας και ποιο της περηφάνιας...
κι αυτός ο πόνος στο στομάχι, δεν είναι από το βράδυ, τώρα προέκυψε!!
Καλημέρα σας κυρία Orelia
Καλημέρα.
Σε ευχαριστώ.
Για τις λέξεις.
Την σιωπή.
Το ουρλιαχτό.
Την τελεία.
Και την παύλα.
Κείμενο για "τον καιρό της κρίσης"?
Σαν διαχρονικό μου φαίνεται.
ΥΓ για τα υπόλοιπα, "καλύφθηκα απο τους προηγούμενους" και μάλιστα πολύ καλύτερα απ'οτι θα το έκανα εγω.
Μια φωτογραφία, λένε, χίλιες λέξεις, μια ιστορία, άλλοτε φανεή, ολοφάνερη, κι άλλοτε κρυμμένη, όπως κρύβανε ή κρύβουνε ακόμα οι παλιές κάτι μοναδικό, πολύτιμο στον κόρφο τους... Ωστόσο, τέτοιαν ιστορία συγκλονιστική στην αλήθεια και στην απλότητά της δεν την φανταζόμουν ούτ' εγώ να κρύβεται πίσω από τα έντονα χρώματα. Είναι, βλέπεις, αλήθεια ότι μερικές φορές επιστρατεύουμε τα πιο λουσάτα και φανταχτερά, για να κρυφτούμε πίσω τους - αλλά από διεισδυτική ματιά σαν την δική σου δεν το καταφέρνουμε να κρυφτούμε, τελικά!
Φιλιά πολλά!
αγαπημένε μου αθεόφοβε.., αξιολάτρευτε βαρβάκης.., γλυκύτατε μου dim..., πιστέ μου takis.., εξαιρετικέ μου asteroid..,
φελλός σε κύμα θάλασσας τρικυμισμένης η διάθεσή μου.. δεν είναι ευκολο να αρθρώσω λόγο που να περιέχει όλα τα όμορφα που με κάνατε να αισθανθώ διαπιστώνοντας την παρουσία σας, διαβάζοντας τα σχόλιά σας...
ακριβοθώρητη κι απούσα απο τους χώρους σας θύτης και θύμα "βιασμού" της προσωπικής μου έκφρασης στα νέα διαδικυτακά μέσα κοινωνικής δικτύωσης... να κλικάρω αντί να χρησιμοποιώ στοιχεία λόγου.., να σκεπάζω το πόνο στο στομάχι με τα like του μέσου..., και να θυμώνω χωρίς "φωνή"...
σας φιλώ πολλαπλώς.. ευχαριστώντας για την υποδοχή..
μαρή , θα νάρθω εκεί και θα σε βαρέσω.Τα τύπωσες; ή σε πρόλαβε η κρίση;
άντε γιατί έχω χρόνια να αγοράσω βιβλίο.
φιλιά.
δ
έκανα να στρίψω στη γωνία
παραμάσχαλα κρατούσα υλικά και ντοκουμέντα
πιο μέσα απ' το παραμάσχαλα, θα εκδοθώ, είχα αποφασίσει
πριν πάρω τις τελευταίες μοίρες που όριζαν εκείνη τη γωνία, με βρήκε η κρίση μ' αγωνία ζωγραφισμένη στα μάτια
"καλή μου!", είπε με έμφαση γυναίκας που συμπονά τον άλλον, "μη βασανίζεσαι! εγώ θα σε εκδόσω", είπε κι ένα δάκρυ ξέφυγε απο την εξωτερική γωνία του αριστερού ματιού της
έπειτα, με τρέμουλο στο χέρι που άπλωνε, το δεξί θατανε θαρρώ, έδειξε στο χάρτη της πόλης μια οδό
πλατειά, φωτισμένη άψογα
ο εκδοτικός οίκος, σκέφτηκα κι έκανα να πιάσω τα γυαλιά που είχαν κρυφτεί στις πτυχές μιας μωβ τσάντας που κρατούσα
"Συγγρού" είπε κι ανατρίχιασα...
δ,
ησύχασε! οι θέσεις είναι όλες πιασμένες... :Ρ :))
έστειλα ένα "μπουκετο" ποιήματα σε εναν διαγωνισμό
δεν πιστεύω πως.. αλλά τα έστειλα
αν όχι, θα μαζέψω πάλι γιούροΖ ή ότι αλλο ενδεχομένως μας προκύψει και θα δοκιμάσω με έναν φίλο από το facebook
σε φιλώ
σε ευχαριστώ :))
ευτυχώς γιατί εκδιδόμενη με γυαλιά,η συγγρού δε θάχε ματαδεί.
και γω ευχαριστώ.
φιλιά.
δ
δ!!!... κι αν δεν υπάρχει θεός, θα φιάξω έναν να σου δίνει μέρες και λόγο.. τόσο που με ανακούφισες αφού με έκανες να γελάσω
...θα είχα μια θέση εκπροσώπου τύπου, αρή
σα τον μοσιαλο ένα πράμα
φιλιά
Δημοσίευση σχολίου