Δευτέρα, Μάϊος 23, 2011

γυναίκα Ζ .


Η κυρ’ Αυγή σαν έλουζε τα μαλλιά της τα τύλιγε με μπικουτί. Γι αύτο άμα στεγνώνανε και τα ‘βγαζε, αυτά είχανε κοντές μικρές μπούκλες κι ολούθε ξεχωρίζανε σα να έφιαξε ένας ποντικός τρύπες για τα παιδιά του.

Μα… Καλύτερα να πω πρώτα για το σπίτι της.

Η κυρ’ Αυγή είχε ένα σπίτι δυο οικόπεδα πιο πέρα από το πατρικό μου. Μονοκατοικία, από κείνες με την σηκωμένη βεράντα και ένα κήπο γύρω γύρω. Κι όσο ο κήπος της ήταν φωτεινός και περιποιημένος, τριανταφυλλιές θυμάμαι είχε τα πιο πολλά, αλλά εκείνους τους καιρούς τριανταφυλλιές θέλανε οι άνθρωποι στις αυλές τους και γιασεμιά κι αγιόκλημα, καπιτσίνια και μοσχομπίζελα, για να ομορφαίνουν με το χρώμα και τις μυρωδιές τις καρδιές τους, κι όσο λοιπόν, ο κήπος της ήταν φωτεινός τόσο το σπίτι της σκοτεινό κι απρόσιτο. Βελούδα στις κουρτίνες και τα σκούρα τα πιο πολλά κλειστά σα ναχε λόγους να μην θέλει τον ήλιο. Να φοβόταν τη ζεστασιά του άραγε ή το φως; Ίσως πάλι νάταν μόνο από συνήθειο να μη μπαίνουν σκόνες και το φως που ξεθώριαζε τα έπιπλα. Γιατί, τόχαν αυτό το συνήθειο οι άνθρωποι τότε. Από φτώχεια. Κι οι άνθρωποι στη γειτονιά μας…

Καλύτερα όμως πρώτα να πω για τη γειτονιά μας.

Σπίτια μικρά, μεγάλοι καημοί. Και τσακωμοί. Τσακωμοί για τα όρια. Τα όρια με κοτετσόσυρμα. Και πίσω από αυτό, αυλές. Αυλές μ’ ανοιχτές τις πόρτες παρά τη διχόνοια στην οποία μας ανάγκαζαν. Και λουλούδια. Πολλά λουλούδια. Και δέντρα. Όχι τόσο πολλά γιατί είχανε έξοδα στη περιποίηση. Υπήρχαν και πηγάδια. Σε μερικά και κοτέτσια. Είχαμε θυμάμαι κι εμείς ένα για καιρό. Οικόπεδα μικρά. Πολύ μικρά! Κι επικλινή με φορά προς το ρέμα που περνούσε πέντε οικόπεδα πιο κάτω από το πατρικό μου. Από τη Πεντέλη. Λέγανε πως το ρέμα ερχόταν από τη Πεντέλη κι έτσι θάτανε. Και, το νερό που κατέβαζε ήταν πολύ! Μια φορά θυμάμαι, πλημμύρισε ο τόπος μέχρι επάνω σχεδόν το σπίτι της κυρ’ Αυγής! Ευτυχώς δεν πλημμύρισε το οικόπεδο δίπλα στο σπίτι της που μαζευόμασταν και παίζαμε τα μήλα χτυπώντας δυνατά τη μπάλα στον τοίχο της. Έβγαινε τότε η κυρά Αυγή με τα μαλλιά ελεύθερα από τα μπικουτί και τα κενά να μοιάζουν με φωλιές ποντικών, μέσα στη μακρυά βελούδινη ρόμπα της, με τα πασούμια που τα έσερνε και το νυχτικό να φαίνεται η άκρη του από το στρίφωμα της ρόμπας, το τέλειωμα βλέπεις ήταν δαντέλα, κι έβαζε τις φωνές αδιακρίτως όχι τόσο για τη φασαρία, που την έκοφτε κι αυτό γιατί μόνη καθώς ήταν, είχε για συντροφιά την ησυχία της, αλλά μη και της χαλάσουμε το σοβάτισμα του τοίχου.

Κι είχε μια κίνηση η κυρά Αυγή στο σώμα της καθώς περπατούσε, που έκανε τη ρόμπα της να λυγά και να τυλίγεται γύρω απ’ το κορμί της και ν’ ανοίγει λίγο στα πόδια από όπου φαινόταν σεβαστό κομμάτι του νυχτικού της και τραβούσε τις ματιές των γειτόνων. Έκανε τότε η κυρά Αυγή μια κίνηση ντελικάτη με το ένα της το χέρι κι έκλεινε το μπροστά της ρόμπας ενώ ταυτόχρονα το σήκωνε λίγο, ασυναίσθητα ίσως, πράγμα που της επέτρεπε να περπατά πιο γρήγορα χωρίς το ύφασμα να μπερδεύεται στα πόδια της ανάμεσα και το κορμί της να σειέται σα παντιέρα σε ωκεανό ακύμαντο. Τόσο ντελικάτες οι κινήσεις της παρά το ύψος της.

Γι αυτό θάταν ίσως που οι άλλες γυναίκες της γειτονιάς, άμα την έβλεπαν να ξεμυτίζει απ’ την αυλόπορτά της, η κουνίστρα, έλεγαν και σαν να απέστρεφαν το βλέμμα χωρίς εγώ να καταλαβαίνω γιατί και μήτε που καταλάβαινα τι θα πει κουνίστρα.

Εμένα, αυτή η κουνίστρα, σε τίποτε δε με πείραζε άλλο, παρά στο ότι επέμενε να πίνω το γάλα μου που πάνω του επέπλεε το βούτυρο Κερκύρας παγωμένο πια μέχρι να σηκωθώ τα πρωινά που η μητέρα μου έφευγε για να ξενοράψει.

Αλλιώς, τη θυμάμαι ψηλή, στητή, αγέρωχη με τα μαλλιά της άλλοτε τυλιγμένα μέσα σε λεπτό δίχτυ για να μη ξεφεύγουν οι λεπτές τρίχες γιατί, έτσι το ήθελε η μόδα τότε το μαλλί, ακίνητο, κι άλλοτε με τα μαλλιά ελεύθερα από μπικουτί με κοντές μικρές μπούκλες που ολούθε ξεχωρίζανε σα να έφιαξε ένας ποντικός τρύπες για τα παιδιά του.

Αλλά αυτά τα ‘παμε! Μην αρχίζουμε πάλι!!...

Η έκπληξη ήρθε αργότερα, όταν η εκκλησία του ..δήμου της γειτονιάς, η οποία αποτελούταν αποκλειστικά από θήλεα άτομα, η εκκλησία, της απέδωσε άλλον χαρακτηρισμό…

Αλλά αυτό αποτελεί μιαν άλλη ιστορία που σχετίζεται και με την κυρ’ Ανατολή, μια γειτόνισσα που έμενε τρία οικόπεδα πιο κάτω από το πατρικό μου και που έφιαχνε κι αυτή τα μαλλιά της με μπικουτί και….

Αλλά γι αυτά… θα μιλήσουμε σε άλλη ευκαιρία.



©Assimina

2 σχόλια:

takis είπε...

Αχ οι κουνίστρες....

το όνειρο κάθε ανδρός....
(λέμε τώρα)

Orelia είπε...

ε, ναι! :)