Σάββατο, Μάϊος 28, 2011

γυναίκα Μ .


Τα δέοντα .

Στύλωνε τα κοντά παχιά, πλέον, πόδια της μπροστά από το μνήμα κι έσκυβε με εκπληκτική για το σώμα της ευελιξία, μπροστά να καθαρίσει πρώτα τα μάρμαρα, έπειτα το εσωτερικό με τη φωτογραφία και τα θυμιάματα, τέλος ένα γύρω τα τσιμεντένια διαχωριστικά ανάμεσα στους τάφους.

Έπειτα έπλενε στις βρύσες τις δυο ανθοστήλες και το βαζάκι που η ίδια είχε τοποθετήσει δίπλα στη φωτογραφία. Έβαζε φρέσκα λουλούδια που τους είχε κόψει τα περιττά κοτσάνια κι ερχόταν η ώρα του θυμιατού. Πρώτα λιβάνιζε η ίδια κι έπειτα καλού κακού φώναζε τον παπά. Δυο καρβουνάκια που τ’ άναβε το πρώτο στο χέρι της και με αυτό το δεύτερο. Έπειτα απόθετε επάνω τους βιαστικά κομμάτια από λιβάνι, μαστίχα θαρρώ αλλά κι απ’ τ’ άλλο το σκούρο, γαρύφαλλο θάτανε; Δε θυμάμαι πια! Μοσχοβόλαγε ο τόπος. Ερχόταν κι ο παπάς. Άμα τύχαινε καλός απόσωνε τον ψαλμό και καταλάβαινες τι έλεγε και το ‘φχαριστιόσουν. Άμα τύχαινε άλλος από αυτούς τους βιαστικούς γύρναγες κι εσύ το κεφάλι αλλού να θυμάσαι από μόνος σου.

Φόραγε πάντα τα μαύρα τα καλά της ρούχα σε κάθε τέτοια περίσταση. Στο σπίτι είχε τα δεύτερα, τα πιο παλιά. Εδώ όμως πάντα τιμούσε την ώρα και τη μέρα. Δεν την ένοιαζε ωστόσο που η φούστα της κρεμότανε κάτω στα τσιμέντα καθώς καθάριζε το μνήμα. Αυτό που την ένοιαζε ήταν να πράξει τα δέοντα όπως τα βρήκε για να τιμήσει. Κι η αλήθεια. Κι αυτό την ένοιαζε.

Τρία χρόνια.
Ούτ’ ένα Σάββατο χαμένο από το μέτρημα. Ούτ’ ένα Δεκαπενταύγουστο. Μια Μεγάλη Παρασκευή.



Έσκυβε η μάνα μου πάνω από τον τάφο του πατέρα μου, καθάριζε, θυμιάτιζε, φώναζε τον παπά ύστερα...

"τι κάνουμε εδώ; αν πιστεύαμε, τουλάχιστον θα βρίσκαμε ανακούφιση..", μονολογούσε κάνοντας ωστόσο όλα αυτά…

τα δέοντα...



( γράφηκε την Μεγάλη Παρασκευή αυτού του χρόνου)



©Assimina

1 σχόλια:

takis είπε...

πίστη..ανακούφιση..τα δέοντα..

ενας ολόκληρος κόσμος που χάνεται σιγά σιγά.

και δεν ξέρω αν είναι για καλύτερα ή χειρότερα.

ΥΓ Μωρέ τι γράφατε και εσείς Μεγ. παρασκευή!..