Τετάρτη, Δεκέμβριος 29, 2010

στη χρονιά που έρχεται να κρατήσω...



Τα δώρα
μου δόθηκαν νωρίς
Τρία
Από αρσενικά όλα
Το χαμογελαστό ευχαριστώ του Σπύρου για τον βαθμό του στο Α τρίμηνο… το παιδί έχει επίγνωση κι η αναγνώριση που εκδηλώθηκε με ευγνωμοσύνη, δηλοί σημάδι χαρακτήρα ωραίου και τη σιγουριά πως η σπορά θα φέρει καρπό
Τα λόγια του πατέρα που είδα μια μόνη φορά, στη κόρη του: αυτή είναι ψυχή μεγάλη… μου αρέσει να μου αποδίδουν αυτό τον χαρακτηρισμό.. αποδίδοντας μου την ευθύνη, με αποτρέπει από την μικρότητα
Ο άντρας που με συνέκρινε με άλλη γυναίκα, ιδιαιτέρως έξυπνη κατά τη γνώμη μου, είναι άνθρωπος αυστηρός και άτεγκτος σε κρίση και χαρακτηρισμούς… βγήκα καλύτερη για κάποιους λόγους… δεν πιστεύω στις συγκρίσεις σαν μέτρο αξιολόγησης… ωστόσο, η ικανοποίηση της αναγνώρισης των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών μου με χαροποιεί πολύ και προσθέτει στην αυτοεκτίμησή μου

Επι-κοινωνία
Μπαίνω στο facebook
Η έξαψη της πρώτης επαφής με το μέσο, δίνει σύντομα τη θέση της στο συναίσθημα που με κυριαρχούσε όταν με την μάνα μου πηγαίναμε τα Σάββατα στη κεντρική αγορά των Αθηνών σαν ήμουν παιδί και τους πέριξ δρόμους… χάνω σημαντικό μέρος των ιδιοτήτων μου.. παραχωρώ την υπομονή και τη συγκέντρωσή μου σε μικρού μήκους κείμενα, πρόχειρες καταγραφές, σύντομες εκφράσεις ευαρέσκειας ή δυσαρέσκειας, αδιαφορίας… ένα κλικ αρκεί κι η απουσία του ισοδύναμα… χάος… προσπαθώ να βρω, βρίσκω τρόπους να μετατρέψω το χαώδες τής εκεί επικοινωνίας σε πιο ανθρώπινο… το χάνω με τις νέες ρυθμίσεις… παραμένω διεκδικώντας πίσω τις βασικές μου αρετές… προσπαθώ να αμείψω ανθρώπους που κάνουν το ίδιο με την αναγνώριση του γεγονότος… εξακολουθώ να μη «φωνάζω»

Κλείνω σχέσεις
Ο καρτερικός και ανεκτικός άνθρωπος μεταμορφώνεται σε αυστηρό κριτή και ζητά εκείνα που δεν διεκδίκησε με βραβείο τη μοναξιά του αρκετές φορές

Το πιο ισχυρό συναίσθημα: θυμός… μεγάλος θυμός
Γαλήνη καμιά
Σχεδόν

Το αίσθημα που με συγκλονίζει: συνευθύνη
Βρίσκομαι και πάλι μετά από χρόνια σε διαδηλώσεις με αιτήματα πολιτικά, οικονομικά… το συναίσθημα της συνευθύνης μέσα στην ομάδα με γεμίζει…

Μια δυνατή στιγμή: εκείνη που ο συνάδελφος μου χτυπώντας με στη πλάτη, δήλωνε και τη δική του συμμετοχή στη πορεία

Απόγνωση
Η στιγμή που βρίσκομαι ανάμεσα σε διαδηλωτές με μολότωφ και αστυνομικές δυνάμεις έτοιμες από νωρίς… φοβάμαι… δεν μπορώ να κάνω πολλά… προχωρώ ανάμεσά τους σχεδόν αμέριμνη.. γλυτώνω.. άλλοι όχι

Η πιο ανεύθυνη στάση: αφαιρούμαι κοιτάζοντας έναν διαδηλωτή.. έχει καλύψει πρόσωπο και λαιμό με μαλόξ… Χαυτεία.. αριστερά μου, από Ομόνοια, ακούγονται τζάμια που σπάνε… διαδηλωτές προπηλακίζουν τους δράστες.. εκείνοι με τη σειρά τους απειλούν με τη δύναμη των καδρονιών που κραδαίνουν.. ζήτημα ώρας να φτάσουν τα ματ.. ξύπνα

Απόγνωση
Πόσες δικαιολογίες για να μην πεις πως φοβάσαι; Πόσες δικαιολογίες για τη στιγμή που θα κοιταχτείς στον καθρέφτη; Κοιτάζεσαι; Κι όμως! Είχες θυμώσει αρχικά με τις αποφάσεις που σε μετρίαζαν

Ανατροπές κι υπερβάσεις
Αποφασίζω να δώσω βαρύτητα σε άλλες παραμέτρους εντός μαθήματος.. φαίνεται να κερδίζουμε… όχι πάντως σε ησυχία… σε δέσιμο, αυτοεκτίμηση, αυτοπεποίθηση.. όχι όλοι.. υπάρχουν ακόμη κεφάλια σκυμμένα.. πρόσωπα σκυθρωπά… μαθητές που διατηρούν τη θέση που τους έδωσε το σύστημα έξω από τον κύκλο.. έχουμε δρόμο
Ο διαγωνισμός ήταν η πρόφαση για να μας βγάλω εκτός «συνόρων»… ανοίξαμε την πόρτα του σχολείου και βγήκαμε στη γειτονιά με επιτυχία που δεν μετρήθηκε από το βραβείο…

Το βραβείο
Δεν είχα στο μυαλό μου τη νίκη.. με «βρήκε» μέσα στην πορεία της 15ης Δεκέμβρη.. μια μέρα εξαιρετικά δύσκολη από πολλές πλευρές… δήλωσα τη χαρά μου κοινοποιώντας συγχρόνως και τον χώρο όπου κινιόμουν… χιλιάδες απεργοί είπα… εκ των υστέρων, η αμηχανία μου να παραβρεθώ και να πάρω το βραβείο από την ηγεσία του υπουργείου, μού δημιούργησε υπερένταση… τα παιδιά βοήθησαν… ήταν δική τους η χαρά

Γράφω
Γράφω σα να φεύγω
Φεύγω


(γράφτηκε και δημοσιεύτηκε στις 10*1*2011)




©Assimina

Κυριακή, Δεκέμβριος 26, 2010

γυναίκα Δ .



"Άγγελοι" που χάθηκαν .


Μια ενδεχομένως λάθος ρύθμιση στον αυτόματο των λαμπτήρων της πλατείας και του δρόμου, βύθιζε για λίγες ώρες τη γειτονιά στο σκοτάδι της απερχόμενης νύχτας, εδώ και πολλές ημέρες
Περί τις πεντέμισι κάθε πρωί
Εκείνη ήταν κι η ώρα που η γυναίκα ξυπνούσε από συνήθειο χρόνων και μια εσωτερική αναζήτηση που της απαγόρευε σχεδόν, να ησυχάζει για πολύ
Το νερό στους σωλήνες των καλοριφέρ κυλούσε με θόρυβο και δύναμη
Όπως ακριβώς επιθυμούσε να κυλάνε κι οι τρόποι της στη ζωή μα δεν ήταν ποτέ έτσι
Προσπάθησε να διαπεράσει με το βλέμμα της το σκοτάδι έξω κι έπειτα από λίγο περιορίστηκε στο μισοσκόταδο του δωματίου
Κάθισε στον καναπέ με το δεντράκι δίπλα της κι έφερε τα πόδια πάνω του εις τρόπον ώστε να μπορεί να ακουμπήσει το σαγόνι της στα γόνατα
Δέκα μικροί αγιοβασίληδες την χαιρέτησαν παιχνιδίζοντας ό ένας με τον άλλο
Αγιοβασίληδες ή νάνοι;
Έδιωξε τον συνειρμό απ’ εκείνη την ταινία και χάιδεψε με στοργή τα δάχτυλα των ποδιών της
Ρίλι ρεντ, της είχε πει η Μαρία όταν επέλεξαν το χρώμα του μανόν που θα χρησιμοποιούσαν
Ρίλι ρεντ, λοιπόν!
Πάει καιρός
Δεν θυμάται πόσος ή δεν αποζητά να υπολογίσει
Εκείνος ο άντρας τα είχε πάρει ανάμεσα στις παλάμες του κι αφού τα χάιδεψε, τα έφερε στο στόμα του και φιλούσε τα δάχτυλά της ένα- ένα με τόση τρυφεράδα που την γέμιζε με προσμονή που δεν γνώρισε άλλη φορά
Τα πόδια της
Τώρα.., μόνο την πονούσαν
Πόσο την πονούσαν!
Όσο όλο της το κορμί κι η ψυχή
Υπάρχει ψυχή;
Κι όπως δεν έχει πια εκείνα τ’ αντίβαρα να κρατηθεί, και μια που κανείς δεν μπαίνει στον κόπο να το αποδεχτεί και να της το δικαιολογήσει σαν φυσική απόρροια καταστάσεων ηλικίας και άλλων διαφορετικών και να μελώσει λίγο τη καρδιά της, αυτός δεν υποχωρεί μα εγκαθίσταται θριαμβευτικά και παντοδύναμα επιθυμώντας να τραβά την προσοχή

Κοίταξε τα βαμμένα κόκκινα νύχια των ποδιών της
Σαν τα καλτσάκια του μικρού αγγέλλου στο δέντρο της
Έριξε το βλέμμα της στο στολίδι
Πως της έμοιαζε!
Κρατούσε στο δεξί του χεράκι ένα αστεράκι κι ένα στρογγυλό χαμόγελο στόλιζε το μουτράκι του
Μέχρι που θα το ‘κανε πονηρό το χαμόγελο
Όπως το δικό της σε ‘κείνη τη φωτογραφία δίπλα στον πατέρα της, στην Ακρόπολη
Ο φακός τους έπαιρνε από κάτω
Εκείνοι τον κοιτούσαν απευθείας και χαμογελούσαν
Το κοριτσάκι κρατούσε μια μπομπονιέρα κι ένα στρογγυλό χαμόγελο στόλιζε το μούτρο του
Δίπλα, ο πατέρας, μισό βράχο παρακάτω, κρατώντας τη μικρή από τον αριστερό της αγκώνα και χαμογελώντας στο φακό, επεδείκνυε τη σχέση του με την κόρη
Περήφανος
Αγαπημένη
Αναστέναξε
Πάντα η νοσταλγία της προκαλεί αναστεναγμούς και την αίσθηση του ανεπίστροφου, που σημαίνει, κενό...


Ζεστές παρά το προχωρημένο της εποχής, οι ημέρες αυτές
Αταίριαστο
Λίγο κρύο, λίγο χιόνι, οι ρυθμοί και τα παιχνίδια που αυτό συνεπάγεται, όσο νάναι.., θα ζέσταινε τις καρδιές τους
Νάχε δυο κόκκινα μποτάκια..
Θα τα πέρναγε στα πόδια της μέχρι όπου φτάσουν
Να μη ξεχάσει όμως να φορέσει πριν, τα ριγέ όλων των αποχρώσεων του ροζ-άσπρου καλτσάκια μέχρι τα γόνατα που της είχε χαρίσει εκείνη η φίλη
Έπειτα, θα έψαχνε να βρεί το κόκκινο μάλλινο κασκώλ που της είχε πλέξει η μάνα να πάρει μαζί της τα χρόνια των σπουδών της
Έκανε κρύο σαν φύσαγε ο Βαρδάρης εκεί
Ένα κόκκινο σκούφο θα τον χρειαζόταν
Κι αν δεν είχε, θα φόραγε στο κεφάλι της την κάλτσα τής κόρης της φέρνοντας την άκρη μπροστά;, όχι! Πίσω
Οι χιονάνθρωποι έχουν την κατάληξη του σκούφου τους πίσω στην πλάτη τους
Να μένει το πρόσωπο καθαρό, να φωτίζεται το χαμόγελο που με τη σειρά του θα φώτιζε τα πρόσωπα και τις ψυχές των ανθρώπων
Χαμόγελο είχε
Κι ας πονούσε
Όλο το σώμα κι η ψυχή της
Όπως τα πόδια της
Υπάρχει ψυχή;
Τι κι αν ναι, τι κι αν όχι
Θα την έφιαχνε η ίδια
Όπως το κατάφερνε τόσα χρόνια
Κι ας είχε απωλέσει την ικανότητα
Μόλις χθες, αναγκάστηκε να απολογηθεί ζητώντας συγγνώμη που δεν στάθηκε ικανή να συμπαρασταθεί
Ώρα να επανέλθει στη δράση
Το γιατρικό της βρισκόταν στη χαρά που κάπου-κάπου έδινε..

Ο διαπεραστικός ήχος από τη σειρήνα συναγερμού στο διπλανό φαναρτζίδικο, την έβγαλε από τις σκέψεις της
Για μια στιγμή αισθάνθηκε σα να κατέβαινε από το δέντρο… τίναζε από πάνω της το χιόνι, αφαιρούσε κόκκινο σκούφο και κασκώλ κι έσκυβε να βγάλει τα μποτάκια
Τίποτε από όλα αυτά φυσικά
Για λίγο είχε αποκοιμηθεί
Μάζεψε βιβλίο και γυαλιά που είχαν πέσει δίπλα της
Σηκώθηκε
Το πρώτο φως είχε ήδη δώσει ύλη στις φιγούρες της πόλης
Ώρα για τα τυπικά του νοικοκυριού της ημέρας
Χριστούγεννα…

Περνώντας δίπλα από το στολισμένο δεντράκι τής φάνηκε πως αυτό το στολίδι, ο χιονάνθρωπος, είχε το άρωμα από το λάδι που, τελευταία, συνήθισε να φορά στο σώμα της: white musk κι ένα χαμόγελο που της έμοιαζε.. στρογγυλό να πιάνει το πρόσωπο όλο με δυο λακκάκια στις άκρες του….







ΧρόνΙα πΟλλΆ



(ρόλοι που απωλέσθησαν_
"άγγελοι" που χάθηκαν_
η ανάγκη κι η αξία
της ανάδρασης ._)




στη γυναίκα .


10*1*2011

γράφω ακόμη με κόπο
δεν θέλω όμως να ξεχάσω
μια μέρα μετά από αυτή την ανάρτηση, τελειώνω το βιβλίο: το Φάντασμα της Όπερας
σκέφτομαι: ο έρωτας σαν επίφαση για να διαγραφούν τα κύρια
τα κύρια: η ειλικρινής αποδοχή μας, μάς ελευθερώνει, μάς ηρεμεί, μάς καθιστά μεγαλόθυμους και μεγαλόψυχους...
ακόμη κι η Κριστίν Νταέ, χρειάζεται ένα άλλοθι ομορφιάς για να ερωτευτεί.. το δημιουργεί...


©Assimina

Κυριακή, Δεκέμβριος 19, 2010

γυναίκα Γ


Με το αριστερό της χέρι προσπαθούσε να πάρει λίγο ζεστό ζωμό από τη κατσαρόλα, αποφεύγοντας επιμελώς τους κόκκους του ρυζιού και με το δεξί συνέχιζε να χτυπά το αυγολέμονο στο βαθύ πιάτο
Σουσού
Έτσι τη φώναζε η θεία Αργυρώ που δεν ήταν θεία της παρά μια φίλη της μάνας της αλλά έμαθε να τη φωνάζει θεία γιατί πως αλλιώς αφού τότε στα χωριά θειά λέγανε τα μικρά τις μεγάλες γυναίκες.. τις μικρές τις λέγανε με τ’ όνομά τους
Σουσού τη φώναζε κι η μάνα της σαν ήθελε να καλοπιάσει τη διάθεσή της
Και το κατάφερνε. Ίσως δεν ήταν μόνο το χαϊδευτικό, αλλά και το χάδι του χεριού της κι η φωνή της. Μπορεί και το βλέμμα που συνόδευε τον λόγο.
Μια γλύκα που ξεπήδαγε και απλωνόταν πάνω της δίχως να ζητά τίποτα παρά μόνο να δώσει. Αυτό την ξεθάρρευε. Ένοιωθε ασφαλής και συνένοχη στο παιχνίδι. Της άρεσε όχι μόνο γιατί την γλύκαινε αλλά και γιατί καταλάβαινε τους όρους.
Έριξε με προσοχή το ζεστό ζωμό στάλα - στάλα στο πιάτο με το αυγολέμονο χωρίς να σταματά να το χτυπά με το δεξί χέρι. Κατόπιν αναποδογύρισε το πιάτο στη κατσαρόλα. Ανακάτεψε ήσυχα με μια ξύλινη κουτάλα και πέρασε το σκεύος σε άλλο μάτι της κουζίνας. Έπιασε το τσαερό και το τοποθέτησε στο ζεστό μέρος να πάρει τη κάψα, μη χαλάσει το υλικό.
Σουσού τη φώναζε κι ο πατέρας της
Το δικό του βλέμμα όμως έκρυβε μια προσμονή που την ανησυχούσε. Σα να αποζητούσε από κείνη να γεμίσει κάτι που ούτε το ‘βλεπε κι ούτε, περισσότερο, ήξερε το με τι και πώς να το γεμίσει. Τότε γαντζωνόταν στη γκρίνια της κι έφευγε. Όχι δηλαδή πως απομακρυνόταν από την οικία. Που τέτοια πράγματα τότε; Κι ούτε καν στο άλλο δωμάτιο. Όλο το σπίτι, ένα. Έτσι ήταν φιαγμένο από τους μαστόρους. Όλα τα δωμάτια σε κυκλικό διάδρομο δίχως κέντρο ή μάλλον με κέντρο τον μεσαίο τοίχο. Υπήρχαν πόρτες μα πάντα μέναν ανοικτές.
Έφευγε στον κόσμο της. Γινόταν ένα κουβαράκι όπως η κάμπια άμα την πειράξεις, καμπουριάζει κι αγκαλιάζει το κορμί της. Έτσι κι αυτή. Κι όταν πια συνερχόταν από αυτή τη κατάσταση, ένοιωθε συντριμμένη. Κουρασμένη. Κακόκεφη. Σαν άνθρωπος που δε στάθηκε ικανός να καταλάβει και να αποδώσει το πρέπον ή το ζητούμενο.

Έπλυνε τα χέρια και τα σφούγγισε στην άκρη της ποδιάς της. Έπειτα, άνοιξε τη σιδερώστρα μπροστά στο χριστουγεννιάτικο δέντρο. 19 του μήνα κι εκείνη μόνο τότε βρήκε το χρόνο και τη διάθεση να το στολίσει. Δεν την πείραζε. Και στο πατρικό της εκείνα τα χρόνια έτσι το συνήθιζαν. Κοντά στη γιορτινή μέρα. Πρώτα οι δουλειές του χειμώνα κι έπειτα τα στολίσματα. Κάθε πράμα στο καιρό του…
Με το σιδέρωμα ζεστάθηκε κι έβγαλε το πάνω της φόρμας της. Όρθια μπροστά στη σιδερώστρα, σκυμμένη πάνω στα ρούχα να στρώνει τις ραφές και να τις πατά προσεχτικά με το σίδερο, μην ανοίξουν, μη ξεχειλώσουν και χάσει το ίσιο του το ρούχο, τα στήθη της κουνιόντουσαν πέρα δώθε ακολουθώντας τη κίνηση του κορμού στη προσπάθειά του, ελεύθερα μέσα απ’ το μικρό μακώ της.
Δυο παλάμες την ακινητοποίησαν, την πάγωσαν και την ερέθισαν. Ο άντρας της. Τσιτώθηκε. Δεν άντεχε το χάδι το απρόοπτο, το δίχως πριν να την ηρεμήσει, να την ησυχάσει, να την ταξιδέψει. Να την ξεχωρίσει από την αγωνία της πορείας των πραγμάτων. Αρνήθηκε. Δεν ανέχτηκε. Αντέδρασε.
Έπειτα, συνέχισε τη δουλειά της. Και τις σκέψεις της.
Σουσού δεν την φωνάζει ο άντρας της. Κι ούτε που θυμάται να του έχει πει τα σχετικά. Κι αυτού το βλέμμα δεν κρύβει προσμονή παρά φανερώνει στα ίσια τι προσδοκά. Ούτε και τούτο τη γλυτώνει από εκείνο το συναίσθημα του πνιγμού σαν καλείσαι να σηκώσεις κάτι που δεν ξέρεις τα’ είναι κι ούτε από που να το πιάσεις, πώς να το χειριστείς, να το κουμαντάρεις και να το τελειώσεις. Γιατί, τι στο καλό εννοεί ο καθένας, τι νόημα δίνει στην έννοια χαρά; Που να ξέρεις και με ποια υλικά να παραγεμίσεις τις στιγμές και το σύνολο για να προσφέρεις χαρά. Κι ούτε να σου περάσει απ’ το μυαλό πως επειδή είναι μέρες γιορτινές και μ’ αυτό τον τρόπο γιορτινές, γιατί, παραδέξου το , κι οι γιορτές έχουν το δικό τους ύφος και περιεχόμενο η καθεμιά, κι άλλα έχει ανάγκη η μια κι άλλα η άλλη, είναι πιο εύκολο να τις γεμίσεις με χαρά. Ποια τα υλικά και ποιες οι δόσεις; Και τ’ ανακάτεμα; Κι αυτό θέλει μαεστρία.

Από παιδί νοιώθει να μπερδεύεται και να προκύπτει ανίκανη σε τούτα τα μαγικά. Να περνά στο προσκήνιο και σαν ταχυδακτυλουργός και ικανός ιερουργός, να στήνει τα κατάλληλα σκηνικά με νοήματα που δεν αποδίδονται αλλά ζητείται εσύ να αντιληφθείς το περιεχόμενό που οι άλλοι τους δίνουν. Μπλοκάρει στους πρώτους ρόλους. Απομονώνεται.
Χριστούγεννα. Πλησιάζουν δηλαδή.
Θυμήθηκε μια αφιέρωση που είχε γράψει σε μια φίλη της πριν χρόνια: ζήσε τις μικρές σου στιγμές για να μην έχει η ευτυχία σου ανάγκη τις μεγάλες…
Έριξε μια ματιά στο δεντράκι που είχε στολίσει αξημέρωτα. χάιδεψε με το βλέμμα της τα στολίδια και χαμογέλασε. Μάζεψε τα σιδερωμένα ρούχα και την σιδερώστρα. Έβαλε το σίδερο όρθιο να κρυώνει. Μπήκε στην κουζίνα. Πήρε μια βαθειά ανάσα κι οσμίστηκε το φαγητό που κρύωνε μέσα στην κατσαρόλα. Χαμογέλασε. Είχε για πρώτη φορά στη ζωή της φιάξει γιουβαρελάκια!

Έβγαλε την ποδιά. Πέρασε τα χέρια της στα μαλλιά της να τα σιάξει λίγο κι έπειτα το δάχτυλο στη σχισμή του στήθους της. Η κολόνια της δεν ήταν φρέσκια αλλά κρατούσε καλά ακόμα. Άνοιξε την πόρτα του σαλονιού. Χαμογέλασε….




.



ΚαΛΈς ΓιοΡτΈς!!!!!!


στη γυναίκα .




©Assimina

Τετάρτη, Δεκέμβριος 01, 2010

γυναίκα Β .



Ήρθε και ζαλίστηκε λιγάκι το πρωί
Εκείνη η κατάσταση που λες κι αδειάζει το υγρό που προστατεύει τον εγκέφαλο κι αυτός διογκώνεται κι ασφυκτιά στα νεόκοπα πλαίσια και κάνει μια να πάρει τη κατηφόρα μα σα δε βρίσκει διέξοδο ικανή να χωρέσει το νέο του μέγεθος, στριφογυρνά κουρασμένα σα σκυλί γερασμένο που κυνηγά την ουρά του κι όταν νομίζει πως τη φτάνει, δίνει μια να την αρπάξει κι ύστερα πάλι λουφάζει
Έπειτα είπε θα ξεκουραστώ, σαν έφτασε στο σπίτι της
Μα τότε εφόρμησε σα ζιζάνιο πικρό εκείνη η μιλιά η γεμάτη στόμφο που νόμιζε η αιτία της ήταν η έγνοια από αγάπη, η ανησυχία από ενδιαφέρον κι αυτή αποδείχτηκε σφίγγα με κεντρί δηλητήριο πως άλλο εννοούσε κι ήταν αυτό η παρεξήγηση
Κι όπως διπλώθηκε να ξαποστάσει, μαζί διπλώθηκε κι η ψυχή κι η μνήμη κουβαράκι δίπλα της κι όλες μαζί κρύωναν και βαριανάσαιναν σαν από πνιγμό μιας επιθυμητής επιούσιας κατάστασης ξεχασμένης κι ακόμη πιο πολύ… προδομένης
Που ήταν οι μέρες με το δικό τους χρώμα, οι γιορτινές, να ξεχωρίζουν περήφανες για το περιεχόμενό τους κι όλο που χάριζαν στους ανθρώπους
Ένα μπλε της Βηθλεέμ, η γιορτή του πατέρα
Ένα χρυσαφί σκούρο με μυρωδιά από τον μπακλαβά που ψηνόταν, τα Χριστούγεννα
Ένα κόκκινο βαθύ για το Πάσχα με όλες τις αποχρώσεις του ροζ της άνοιξης που το φιλοξενούσε
Το άσπρο του γιασεμιού με μια γλύκα πασπαλισμένης άχνης στο γλυκό που στόλιζαν τα άνθη του, για τα γενέθλια της

Ύστερα.… ύστερα έκανε το δικό της σπίτι με όλες τις υποσχέσεις να κρατήσουν οι μέρες το χρώμα τους κι αυτές δεν άντεξαν και ξεθώριασαν ανάμεσα στις άλλες, άχρωμες κι άοσμες με τα παντζούρια τραβηγμένα και τις κουρτίνες ίδιες πάντα χωρίς ούτε μια λεπτομέρεια να δείχνει τη διαφορά, ένα λουλούδι, ένα σεντόνι με κέντημα
Μόνο το τηλέφωνο να κτυπά για τα ειωθότα να δείχνουν τα τετριμμένα και τριμμένα στο φαίνεσθαι συναισθήματα κι έπειτα τίποτα μόνο κάτι ευχές να ικανοποιείται το παράλογο, το συνήθειο.. ούτε μια ζέστα, ούτ’ ένα γέλιο
Δεν ήταν πάντα έτσι μα κάτι έφταιξε κι έλεγε πως έφταιξε που δεν τον χάιδεψε η μάνα του, όχι όπως χαϊδεύεις και κακο- ή καλομαθαίνεις ανάλογα πως θ’ αποφασίσεις να το δείς, μα το άλλο το χάδι του χεριού που πάει να πει στοργή κι επανάληψη μέχρι να μη την αντέχεις και να σε πονά και να θέλεις να απαλλαγείς απ’ αυτήν ώσπου νάρθει η σειρά σου να την δώσεις σ’ όποιον αγαπήσεις, αν έχεις μάθει ν’ αγαπάς… κι έλεγε αυτό θα έφταιξε και κάνε κουράγιο κι έχεις εσύ περίσσευμα και δώσε μέχρι να μάθει
Μα το περίσσευμα απόσωσε κι έγινε κουβαράκι να λιώσει τις ανάγκες της να τις μπερδέψει, κόμπος να γίνουν άλυτος κι απ’ το πολύ το παιδεμό για να τις λύσει με κούραση βαθειά τον καημό ν’ αποκοιμίσει
Κι έλεγε, μάνα του είναι και θα τη στέρξει και κάνε κουράγιο που έτσι έχουν τα πράγματα, μα πώς να κάνει τόσο καιρό αυτή που συνήθισε στην έγνοια από αγάπη, την ανησυχία από ενδιαφέρον και που χαϊδεμένη ήτανε κι αυτό να δώσει θέλει και να πάρει πάλι κι όπως δεν τόχει, κουράγιο πώς να κάμει κι ήρθε και ζαλίστηκε κι είπε θα ξεκουραστεί σαν έφτασε στο σπίτι κι όπως η στεναχώρια τη βαλάντωσε πήραν οι καταστάσεις και τυλίχτηκαν μαζί με τη ψυχή της και κρύωνε κουρνιασμένη έμβριο όχι για να χωρέσει σε μήτρα αλλά να κλείσει τη δική της να μην αιμορραγεί θλίψη και θυμό κι απ’ τη κακία, άλλος μη μεταλάβει

Κι έτσι όπως ήταν, σαν έμβρυο έκλαψε, δάκρυ αδάκρυτο, να ησυχάσει κι άλλην εικόνα δεν έχω από τούτη την ιστορία μια γιατί δεν τέλειωσε κι άλλη γιατί άργησε να γραφεί…

στη γυναίκα



©Assimina